Πόσο αξιόπιστα είναι τα αποτυπώματα; (Μέρος Α΄)

Μέσα από το κείμενο που ακολουθεί γίνεται για μια ακόμα φορά ξεκάθαρο με ποιους τρόπους το κράτος και τα όργανά του μπορούν να χρησιμοποιούν τα διάφορα «στοιχεία». Το κατά πόσο το κύριο αποδεικτικό στοιχείο (αποτύπωμα) είναι αδιαμφισβήτητο φαίνεται μέσα από την αφήγηση ενός πραγματικού γεγονότος. Το κείμενο βασίζεται σε άρθρο του Μάικλ Σπέκτερ που δημοσιεύτηκε στο «The New Yorker», τ. 27 Μαΐου του 2002.

Εκείνο που έχει σημασία είναι πως στην προκειμένη περίπτωση είχαμε την ιστορία μιας υψηλόβαθμης μπατσίνας. Μέσα από την κόντρα γοήτρου, αποκαλύφθηκε για μια ακόμα φορά η αναξιοπιστία ενός «στοιχείου» των διωκτικών αρχών, με βάση το οποίο εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ενοχοποιηθεί και εν τέλει καταδικαστεί από τότε που τα κράτη αποφάσισαν να αντικαταστήσουν την αυθεντία των αρχόντων με την επιστήμη και την τεχνική. Με τα μέσα, δηλαδή, που τους δίνουν την ευχέρεια να εξωραΐζουν, μέσω της νομιμότητας, τη βαρβαρότητα που έχουν επιβάλλει.

Άλλωστε, είναι δεδομένο πως αυτοί που διαθέτουν τα μέσα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τα πάντα ώστε να πετύχουν τους σκοπούς τους και κανείς να μην μπορεί εύκολα να ανατρέψει τους ισχυρισμούς τους (αφού το πεπόνι και το μαχαίρι βρίσκεται στα δικά τους πάντα χέρια). Είναι πασίγνωστο, επίσης πως το αναξιόπιστο αυτό στοιχείο (αποτύπωμα) μπορεί να μεταφερθεί οπουδήποτε και να ενοχοποιήσει αυτόν που έχει θεωρηθεί στόχος από την εξουσία.

Την άνοιξη του 1998, η 35χρονη αστυνομικός Shirley McKie, βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση έχοντας βρεθεί στο περιθώριο της μικρής κοινωνίας του Στραθκλάιντ (Strathclyde). Τον προηγούμενο χρόνο της είχε ανατεθεί μία υπόθεση φόνου, όπου μία ηλικιωμένη είχε δεχθεί φονικό χτύπημα με ψαλίδι στο δεξί μάτι. Λίγες ώρες μετά το φόνο, μια ομάδα ειδικών της σήμανσης είχαν αρχίσει να ερευνούν την οικία του θύματος. Μαζί με αίμα, μαλλιά και ίνες, οι επιθεωρητές βρήκαν ένα αναπάντεχο στοιχείο: ένα από τα αποτυπώματα που είχαν βρει στο δωμάτιο όπου έγινε ο φόνος, ταίριαζε φαινομενικά με το αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα της επιθεωρητού McKie.

Συχνά, ο χώρος όπου έχει πραγματοποιηθεί ένα έγκλημα, γεμίζει με αποτυπώματα των αστυνομικών οργάνων και οι επιθεωρητές γρήγορα τα ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα, που ενδεχομένως ανήκουν σε κάποιον ύποπτο. Όμως, η McKie δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ εισέλθει στο σπίτι του θύματος. Τέσσερις εμπειρογνώμονες του Σκοτσέζικου Γραφείου Σήμανσης (Scottish Criminal Record Office), της υπηρεσίας που καταχωρεί και ταυτοποιεί αποτυπώματα για την αστυνομία της Σκωτίας, επέμεναν, παρ’ όλ’ αυτά, ότι το αποτύπωμα ήταν δικό της. Ακόμη και ο πατέρας της McKie, όταν του διηγήθηκε το γεγονός, την αμφισβήτησε. «Αγαπώ την κόρη μου πάρα πολύ», εκμυστηρεύτηκε λίγο καιρό πριν ο McKie, πρώην αστυνομικός με 30 χρόνια υπηρεσίας. «Όταν όμως είπαν ότι το αποτύπωμα ανήκει στη Σίρλεϊ, πρέπει να παραδεχθώ ότι έβαλα με το νου μου το χειρότερο. Στη διάρκεια όλης μου της καριέρας άκουγα συνεχώς πως τα αποτυπώματα είναι πάντα αξιόπιστα».

Κανείς φυσικά δεν υποπτεύθηκε ότι θα μπορούσε η McKie να είναι η δολοφόνος και για του λόγου το αληθές, ο «βοηθός» του σπιτιού του θύματος, David Asbury κατηγορήθηκε για το έγκλημα. Το μοναδικό υπαρκτό στοιχείο εναντίον του ήταν δύο αποτυπώματα. Το ένα, (που ανήκε στον Asbury), βρέθηκε πάνω σε ένα κλειστό χριστουγεννιάτικο δώρο μέσα στο σπίτι και το άλλο, (που ανήκε στο θύμα), βρέθηκε σε ένα κουτί από μπισκότα στο σπίτι του Asbury. Το τελευταίο πράγμα που θέλανε οι (δημόσιοι) κατήγοροι ήταν να τεθούν ερωτήματα από τη δική τους μάρτυρα στη δίκη σχετικά με την εγκυρότητα των αποδεικτικών στοιχείων. Όμως, η McKie έκανε ακριβώς αυτό, επαναλαμβάνοντας στη δίκη ότι δεν είχε ποτέ μπει στο σπίτι του θύματος. Ο Asbury καταδικάστηκε έτσι κι αλλιώς, αλλά οι κατήγοροι είχαν εξαγριωθεί με την κατάθεσή της. Σε ότι τους αφορούσε η McKie όχι μόνο δεν είχε πει την αλήθεια, αλλά είχε αμφισβητήσει ένα από τα βασικότερα στηρίγματα του δικαιϊκού συστήματος. Έτσι, παρ’ όλο που κέρδισαν στη δίκη, μήνυσαν την McKie για ψευδορκία.

Σε κατάσταση απόγνωσης, πήγε στη δημόσια βιβλιοθήκη και έψαξε στο διαδίκτυο μήπως βρει κάποια βοήθεια. Μεταξύ των ονομάτων που προέκυψαν από την έρευνά της ήταν και αυτό του Allan Bayle, ενός πρώην αστυνομικού της New Scotland Yard και ίσως του πλέον ειδικού στα αποτυπώματα, στη Μ. Βρετανία. (Εξ αιτίας του Bayle καταδικάστηκε ένας Λίβυος από τους κύριους ύποπτους για τη βομβιστική ενέργεια το 1988 στην πτήση 103 της Pan American πάνω από το Λοκέρμπι της Σκωτίας). Ο Bayle συμφώνησε να ρίξει μια ματιά στα αποτυπώματα και αυτό που διέγνωσε τον εξέπληξε. «Ήταν προφανές ότι το αποτύπωμα δεν ήταν της Σίρλεϊ», δήλωσε πρόσφατα. Δεν ήταν καν κάτι που να του μοιάζει πολύ. Το αποτύπωμά της ταυτοποιήθηκε με βάση τον αριστερό αντίχειρα, όμως αυτό δεν ήταν το χέρι από το οποίο προήλθε το αποτύπωμα. Ήταν από δεξιό αντίχειρα! Πως λοιπόν, ενώ παραδέχεσαι πως έχεις κάνει λάθος με το αποτύπωμα της Σίρλεϊ, δεν προβληματίζεσαι για το αποτύπωμα που ανήκε στον ύποπτο για το φόνο; Ο Bayle έγραψε ένα σχόλιο, το οποίο έστειλε στο Onin.com, μία ιστοσελίδα την οποία επισκέπτονται συχνά οι ειδικοί όλου του κόσμου για τα αποτυπώματα. «Ερεύνησα την υπόθεση της McKie», έγραφε στην ιστοσελίδα, «το αποτύπωμα δεν είναι πανομοιότυπο. Έδειξα το αποτύπωμα σε πολλούς ειδικούς της Βρετανίας και συμπέραναν και εκείνοι το ίδιο».

Το συμπέρασμα του Bayle προκάλεσε οργή. Απειλήθηκε με πειθαρχικές ποινές, περιφρονήθηκε από τους συναδέλφους του και απολύθηκε από τη Metropolitan Police (Μητροπολιτική Αστυνομία) μετά από 25 χρόνια εργασίας. Τελικά, η McKie απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες και το συμπέρασμα του Bayle βοήθησε στο να τεθεί υπό αμφισβήτηση ένα σύστημα, το οποίο μέχρι τότε απλά θεωρούνταν δεδομένο.

Για πάνω από έναν αιώνα το δακτυλικό αποτύπωμα θεωρείται σαν ένα αδιαμφισβήτητο σύμβολο της αλήθειας και ιδίως στο δικαστήριο. Όταν ένας εμπειρογνώμονας λέει στο δικαστή και στους ενόρκους, ότι τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος ταιριάζουν με τα αποτυπώματα του κατηγορούμενου, η κατάθεσή του συχνά είναι αποφασιστικής σημασίας για το αποτέλεσμα της δίκης. Το βασικό κείμενο του FBI σχετικά με αυτό το θέμα τιτλοφορείται «The Science of Fingerprints» («Επιστήμη των Δακτυλικών Αποτυπωμάτων») και κατά το FBI, η επιστήμη αυτή ισούται με τη διαδικασία ταυτοποίησης των αποτυπωμάτων. Μάλιστα, στην ιστοσελίδα του, διαβεβαιώνει πως «τα αποτυπώματα προσφέρουν μία αλάνθαστη μέθοδο ταυτοποίησης».

Το FBI διαθέτει βάση δεδομένων, στην οποία περιλαμβάνονται τα αποτυπώματα πάνω από 43.000.000 Αμερικανών. Σε αυτό το αρχείο έχουν πρόσβαση περιφερειακές έδρες και κατάλληλα εξοπλισμένα περιπολικά της αστυνομίας σε όλη τη χώρα. Τα αποτυπώματα συχνά χρησιμοποιούνται για να επιλύσουν διαμάχες, για πλαστογραφίες και για αναγνώριση νεκρών. Εξ αιτίας των αποτυπωμάτων, αναρίθμητοι άνθρωποι έχουν μπει στη φυλακή. Μέχρι το 2002, σε κανένα αμερικανικό δικαστήριο δεν είχε αμφισβητηθεί η ενοχοποίηση με βάση το αποτύπωμα.

Όμως στις 7 Ιανουαρίου 2002, ο δικαστής του τοπικού δικαστηρίου, Luis H. Pollak, πρώην κοσμήτορας της νομικής σχολής του Γέιλ (Yale) και πρύτανης του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, εξέδωσε μία απόφαση, η οποία περιόριζε τη δυνατότητα χρήσης των αποτυπωμάτων που είχαν βρεθεί για μία υπόθεση σχετικά με ναρκωτικά, η οποία ήταν εν εξελίξει στη Φιλαδέλφεια. Αποφάσισε ότι δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία, τα οποία να καταδεικνύουν ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι αναλυτές αποτυπωμάτων είναι τόσο αξιόπιστες, ώστε να περάσουν το τεστ επιστημονικής ακρίβειας που απαιτεί το Ανώτατο Δικαστήριο και σημείωσε τα ιδιαιτέρως υψηλά ανησυχητικά ποσοστά λάθους σε περιοδικούς διαγωνισμούς ικανότητας. Παρ’ όλο που ο δικαστής Pollak αποφάσισε αργότερα να επιτρέψει στους εμπειρογνώμονες αποτυπωμάτων του FBI να καταθέσουν για τη συγκεκριμένη υπόθεση, σπουδαστές της δακτυλοσκοπίας ένοιωσαν ότι ο σκεπτικισμός του ήταν δικαιολογημένος. «Έχουμε δει καταθέσεις που επικεντρώνονται σε σημάδια από δάγκωμα, ανάλυση τριχών κεφαλής και γραφικό χαρακτήρα, να τίθενται ολοένα και περισσότερο υπό αμφισβήτηση σε δίκες», λέει ο Robert Epstein, ο οποίος επιχειρηματολόγησε για την απόρριψη της κατάθεσης των ειδικών της δακτυλοσκοπίας στην υπόθεση αυτή. «Όμως είχαμε αποδεχτεί την ταυτοποίηση του ενόχου μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων χωρίς να ασκήσουμε καμία κριτική για 100 χρόνια».

Ο Epstein, βοηθός ομοσπονδιακού (διοριζόμενου) συνηγόρου στη Φιλαδέλφεια, ήταν υπεύθυνος για την πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της κατάθεσης βασισμένης στην ταυτοποίηση αποτυπώματος το 1999 στην υπόθεση ΗΠΑ κατά Μπάιρον Μίτσελ. Στην υπόθεση αυτή, ο Epstein απέδειξε πως τα πρότυπα για τους εξεταστές διαφέρουν πολύ και πως εμφανίζονται συχνά λάθη στα τεστ επαγγελματικής ικανότητας, τα οποία λαμβάνουν χώρα σε μη τακτά χρονικά διαστήματα και με διαφορετικές μορφές. Τα αποφασιστικής σημασίας στοιχεία ήταν δύο δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν σε ένα αυτοκίνητο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί σε μία κλοπή. Το FBI, στη διάρκεια της προετοιμασίας για τη δίκη, έστειλε τα αποτυπώματα σε υπηρεσίες και στις 50 πολιτείες. Χονδρικά το 20% δεν κατάφερε να τα ταυτοποιήσει σωστά. «Μετά από τόσο χρόνια και δεν έχουμε ιδέα για το πόσο ικανοποιητικά λειτουργεί η δακτυλοσκόπηση», λέει ο Epstein. «Το FBI την αποκαλεί επιστήμη. Όμως με βάση ποιον ορισμό είναι επιστήμη; Που είναι τα στοιχεία; Που είναι οι μελέτες; Γνωρίζουμε ότι οι ειδικοί της σήμανσης κάνουν και λάθη. Συνήθως βρίσκουν το σωστό ή μήπως μόνο κάποιες φορές; Αυτό, φοβάμαι πολύ, πως δεν το γνωρίζω. Μήπως έχουν φυλακιστεί μονάχα λίγοι από λάθος; Ή μήπως είναι πολλοί όσοι άδικα φυλακίστηκαν; Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει. Εξετάστε καλά την ακρίβεια της δακτυλοσκοπίας. Όχι μόνο δεν είναι επιστήμη, αλλά δεν θα έπρεπε καν να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο σε αμερικάνικο δικαστήριο».

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Τα αποτυπώματα είναι στοιχεία που τράβηξαν το ενδιαφέρον του ανθρώπου εδώ και χιλιάδες χρόνια. Χρησιμοποιήθηκαν ως σφραγίδες σε συμβόλαια στην αρχαία Βαβυλώνα και έχουν βρεθεί ανάγλυφα πάνω σε κινέζικα πήλινα σκεύη 600 χιλιάδων χρόνων. Επίσης, έχουν βρεθεί πάνω στους τοίχους των τάφων του Tutankhamun. Εκατοντάδες χρόνια πριν, το περίγραμμα ενός χεριού με σχέδια που αντιπροσώπευαν το σχέδιο που βρίσκεται στα ακροδάκτυλα είχε χαραχθεί σε ένα βράχο στη λίμνη Kejimkujik στη Νέα Σκοτία.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το να χρησιμοποιούνται τα δακτυλικά αποτυπώματα ως απόδειξη της ταυτότητας ενός ανθρώπου ήταν κάτι το μη απαραίτητο. Μέχρι τον 19ο αιώνα, οι άνθρωποι σπανίως άφηναν το χωριό που είχαν γεννηθεί και ήταν πιθανό να ζουν χρόνια χωρίς να περάσει κάποιος «ξένος». Με τη Βιομηχανική Επανάσταση, οι πόλεις στην Ευρώπη και την Αμερική γέμισαν με μετανάστες εργάτες (λόγω εσωτερικής μετανάστευσης), των οποίων τα ονόματα και το παρελθόν δεν μπορούσαν εύκολα να πιστοποιήσουν οι εργοδότες ή οι ιδιοκτήτες γης. Όπως σαφώς δηλώνει και ο κοινωνιολόγος Σάιμον Κόουλ (Simon Cole) στο βιβλίο «Suspect Identities» («Ταυτότητες Υπόπτων»), μια πρόσφατη ιστορία της ταυτοποίησης με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα, οι παράνομοι γρήγορα έμαθαν να λένε ψέματα για τα πραγματικά τους στοιχεία και καθώς οι παρανομίες στην πόλη ολοένα αυξάνονταν, η αστυνομία αναγκάστηκε να βρει ένα πιο ακριβή τρόπο πιστοποίησης της ταυτότητας του ανθρώπου.

Το πρώτο σύστημα δακτυλοσκοπίας δημιουργήθηκε το 1883 από τον Alphonse Bertillon, ένα γραφέα της αστυνομίας του Παρισιού. Η μέθοδός του, η οποία ονομάζεται ανθρωπομετρία, βασιζόταν σε ένα σύνολο μετρήσεων της ανατομίας, όπως το μέγεθος του κεφαλιού, το μήκος του αριστερού μέσου δακτύλου του χεριού, το μήκος του προσώπου και χαρακτηριστικά, όπως οι ουλές και το χρώμα των ματιών. Αποδείχθηκε όμως πιο χρήσιμη η δακτυλοσκοπία, που ήδη χρησιμοποιούνταν στη Βρετανία. Μέχρι το 1860, ο σερ William J. Herschel, ένας Βρετανός δημόσιος υπάλληλος στην Ινδία, είχε αρχίσει να κρατά αρχεία από δακτυλικά αποτυπώματα για να τα χρησιμοποιήσει σε υποθέσεις διαμαχών και μικρό-απατών.

Όμως, το 1869 η μέθοδος αυτή έγινε απαραίτητη, όταν η Βρετανία σταμάτησε να εξορίζει κατάδικους στην Αυστραλία και το Κοινοβούλιο ψήφισε το νόμο περί κοινού εγκλήματος (Habitual Criminals Act). Ο νόμος αυτός απαιτούσε από τους δικαστές να συνυπολογίζουν τις προηγούμενες παραβάσεις του νόμου από το άτομο, μιας και πολλοί εγκληματίες δήλωναν διαφορετικά στοιχεία όποτε συλλαμβάνονταν. Το γεγονός ότι ποτέ δύο άνθρωποι δεν έχουν το ίδιο «σχέδιο» στα ακροδάχτυλα (ridge=ζάρα επιφάνειας, θηλή αποτυπώματος) έμοιαζε να είναι η λύση. Το 1880, ο Dr. Henry Faulds εξέδωσε τα πρώτα σχόλια στην επιστημονική έκδοση Nature («Φύση») σχετικά με τη χρήση της δακτυλοσκοπία ως μέθοδο επίλυσης εγκληματικών υποθέσεων. Σύντομα, ο μισάνθρωπος ξάδερφος του Δαρβίνου, ο σερ Francis Galton, ανθρωπολόγος και εφευρέτης της θεωρίας της ευγονικής, κατασκεύασε ένα σύστημα αρίθμησης των γραμμών/σχεδίων που βρίσκονται στις άκρες των δακτύλων –γνωστά ως σημεία Galton– που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο. (Ο Galton, θεωρούσε ότι μέσω της δακτυλοσκοπίας, θα μπορούσε να ταξινομήσει τους ανθρώπους με βάση τη φυλή τους).

Κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια πως ο Mark Twain έμαθε για τα δακτυλικά αποτυπώματα, όμως στο διήγημά του «Pudd’nhead Wilson», που εκδόθηκε το 1894, τα εμφύτευσε στη φαντασία των Αμερικανών αναγνωστών. Ο ήρωας του βιβλίου ήταν ένας δικηγόρος με το παρατσούκλι «Pudd’nhead», το οποίο απέκτησε επειδή σπαταλούσε πολύ χρόνο στη συλλογή αποτυπωμάτων, πράγμα που στην αρχή ήταν η αιτία να χαρακτηριστεί τρελός. Όμως, μετά, εντυπωσίασε τους συμπολίτες του, όταν τα χρησιμοποίησε για να βρει ένα δολοφόνο. Αν μπει κανείς σήμερα σε μια αίθουσα δικαστηρίου και ακούσει τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, θα ακούσει πάνω-κάτω τα λόγια του Pudd’nhead Wilson.

«Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά που δεν αλλοιώνονται και με βάση τα οποία, μπορεί πάντα να πιστοποιηθεί η ταυτότητά του –και αυτό χωρίς ίχνος αμφιβολίας ή ερωτηματικών. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η υπογραφή του, το υπαρκτό αυτόγραφό του και τούτο δε μπορεί να παραποιηθεί και δεν μπορεί να το μεταμφιέσει ούτε να το κρύψει, ούτε μπορεί να μην είναι έγκυρο με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή η «υπογραφή» είναι μοναδική στον καθένα. Δεν υπάρχει δεύτερη σε όλον τον πλανήτη».

Ορισμένα πράγματα, βέβαια, άλλαξαν από την εποχή εκείνη.

Επισκέφθηκα το κέντρο με τα αυτοματοποιημένα συστήματα προσδιορισμού δακτυλικών αποτυπωμάτων του FBI, (Integrated Automated Fingerprint Identification Systems – IAFIS), στο Clarksburg στη Δυτική Βιρτζίνια. Είναι ένα κέντρο-βάση δεδομένων, σημείο αναφοράς για όσους δουλεύουν στην κοινότητα ειδικών της δακτυλοσκόπησης στην Αμερική. Το κτίριο, μία φουτουριστική κατασκευή, βρίσκεται μέσα στο δάσος. Παλαιότερα η υπηρεσία στεγαζόταν στο Hoover Building, από όπου μεταφέρθηκε το 1995 χάρη στην επιρροή του γερουσιαστή Robert C. Byrd.

Το Clarksburg είναι το σπίτι της μεγαλύτερης συλλογής αποτυπωμάτων στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης μέρας, 40.000 αποτυπώματα καταγράφονται στο σύστημα. Οι, τελευταίας τεχνολογίας, ηλεκτρονικοί υπολογιστές του IAFIS (μπορούν να επεξεργαστούν 3.000 αρχεία αποτυπωμάτων ανά δευτερόλεπτο) ταξινομούν τα αποτυπώματα με ποικίλους τρόπους. Για παράδειγμα συγκρίνουν πλήρη σετ από αποτυπώματα του αρχείου με αυτά που μόλις έχουν εισαχθεί. Όταν ένας ύποπτος βρίσκεται υπό κράτηση, η αστυνομία στέλνει τα αποτυπώματα των δέκα δακτύλων του στο σύστημα αυτό. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής αναζητά κοινά χαρακτηριστικά και προσπαθεί να ταιριάξει το αποτύπωμα με κάποιο από το αρχείο. «Ταυτοποιούμε περίπου 8.000 φυγάδες το μήνα», είπε ο Billy P.Martin, διευθυντής του τμήματος ταυτοποίησης και έρευνας. Λέει, πως το 11% των αποτυπωμάτων που εισάγονται στο σύστημα (από εργαζόμενους σε οποιονδήποτε τομέα, από παιδικό σταθμό έως τα κρατικά λειτουργήματα) αποδεικνύεται πως ανήκουν σε ανθρώπους με ποινικό μητρώο. Το 60% των αποτυπωμάτων που ταυτοποιούνται ανήκουν σε κατ’ εξακολούθηση παραβάτες.

Το κέντρο μοιάζει με την αίθουσα ελέγχου της NASA, με δεκάδες ανθρώπους να αναλύουν τα αποτυπώματα που στέλνονται σε ηλεκτρονική μορφή από τα περιφερειακά αστυνομικά τμήματα όλης της χώρας. Ο κύριος όροφος με τους υπολογιστές έχει το μέγεθος ενός γηπέδου ποδοσφαίρου και περιλαμβάνει 62 μωβ-γκρι «τζουκμπόξ», που το καθένα έχει 200 CD (compact disk) με σετ των 3.000 αποτυπωμάτων το καθένα. Όταν κάποιος συλλαμβάνεται, η αστυνομία στέλνει τα αποτυπώματά του στο κέντρο αυτό για να ερευνηθούν. Αν δεν προκύψει τίποτα από την έρευνα, η πληροφορία προωθείται στην ομοσπονδιακή βάση δεδομένων στο Clarksburg. Για να γίνει η ταυτοποίηση, ο υπολογιστής του IAFIS αναλύει κάθε γραμμή και «αυλάκι» που σχηματίζουν το δακτυλικό αποτύπωμα, ξεκινώντας από τον αντίχειρα για να φτάσει στο μικρό δαχτυλάκι. Μόνο όταν βρεθεί αποτύπωμα που ταιριάζει (ή αρκετά αποτυπώματα που μοιάζουν πανομοιότυπα), το πρωτότυπο αποτύπωμα στέλνεται σε έναν αναλυτή για σύγκριση.

«Συνηθίζαμε να ψάχνουμε σε ντουλάπια με φακέλους. Αν το αποτύπωμα ήταν γεμάτο με βρόχους –που είναι και το πιο σύνηθες– θα έψαχνες με τις ώρες», είπε ο Martin. «Τώρα ένας αλγόριθμος ηλεκτρονικού υπολογιστή το βρίσκει μέσα σε δευτερόλεπτα. Το σύστημα αναζητά την ηλεκτρονική εικόνα στη βάση δεδομένων και προβάλλει την εικόνα στην οθόνη. Το ποσοστό εγκυρότητας είναι 99,97%». Πάντως, αυτό σημαίνει ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές του IAFIS κάνουν 300 λάθη σε κάθε 1.000.000 περιπτώσεις. Εδώ είναι που παρεμβαίνουν οι εμπειρογνώμονες – ειδικοί. Τα «σχέδια» στα ακροδάχτυλα μοιάζουν με τοπογραφικούς χάρτες ή γραφή με το χέρι, παρά με ραβδωτό κώδικα (bar code). Μπορεί να μοιάζουν τόσο που ακόμα και το πιο εξελιγμένο σύστημα να μη μπορεί να τα ξεχωρίσει. Χρειάζεται ένα εκπαιδευμένο ανθρώπινο μάτι για να ανιχνεύσει τις διαφορές.

Έκατσα λοιπόν με έναν από τους ειδικούς σε ένα σκοτεινό ήσυχο δωμάτιο με απέραντες αναρίθμητες σειρές με διαχωριστικά. Σε κάθε πόστο βρισκόταν και ένας υπάλληλος μπροστά σε μια οθόνη ο οποίος σύγκρινε δύο αποτυπώματα. Ποτέ δύο άνθρωποι ούτε καν δίδυμοι δεν έχουν τελείως πανομοιότυπα αποτυπώματα. Τα «σχέδια» (friction ridges = friction σημαίνει τριβή, ενώ ridges είναι οι θηλές των δακτυλικών αποτυπωμάτων) που καλύπτουν το δέρμα στα χέρια και τα πόδια σχηματίζονται κατά τη 17η εβδομάδα κύησης. Στη γέννα έχουν γίνει τόσο βαθιές αυτές οι γραμμές που τίποτα δεν μπορεί να τις αλλοιώσει, ούτε καν ένα χειρουργείο. Ρίξτε μια ματιά στα ακροδάχτυλά σας. Τα «σχέδια» μοιάζουν με εξαιρετικά λεπτομερείς χάρτες του σύγχρονου οδικού δικτύου. Μάλιστα οι ειδικοί χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο γύρω από τα οδικά έργα για να χαρακτηρίσουν τα διάφορα σχέδια των ακροδαχτύλων. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν κυρίως σχέδια που μοιάζουν με βρόχους, άλλα με τόξα ή με μικρούς κύκλους, τους οποίους οι ειδικοί ονομάζουν «λίμνες». Ή ακόμη μικρότερα που ονομάζονται «κουκκίδες». Συνολικά, αυτές οι λεπτομέρειες αναφέρονται ως minutiae (μικρολεπτομέρειες). Ένα μέσο αποτύπωμα μπορεί να περιέχει μέχρι και 150 τέτοια χαρακτηριστικά σημεία. Για να ταυτοποιήσει ο ειδικός ένα αποτύπωμα του αρχείου πρέπει να συγκρίνει αυτά τα σημεία ξεχωριστά, μέχρις ότου αρκετά από αυτά να αντιστοιχούν στο εξεταζόμενο αποτύπωμα.

Όταν τα αποτυπώματα καταγράφονται δεόντως (περνιούνται με μελάνι, μετά ένα-ένα τα δάχτυλα πιέζονται σε μια οριζόντια επιφάνεια με αριστερή και δεξιά φορά, ή σκανάρονται με ένα μηχάνημα που καταγράφει κάθε δάχτυλο ως ψηφιακή εικόνα), είναι σχεδόν βέβαιη η ταυτοποίηση. Το πρόβλημα είναι ότι οι επιθεωρητές στο τόπο του εγκλήματος σπανίως βλέπουν τα φρέσκα και καθαρά αποτυπώματα που μπορούν γρήγορα να αναλυθούν από ένα κομπιούτερ. Τα περισσότερα από τα αποτυπώματα που παρουσιάζονται σε ποινικές δίκες, είναι τμήματα από αποτυπώματα, γνωστά ως «λανθάνοντα αποτυπώματα» (latent print). Ο τόπος του εγκλήματος είναι συνήθως άνω κάτω και ο μέσος όρος των αποτυπωμάτων που βρίσκονται εκεί, είναι συνήθως κάποιο τμήμα αποτυπώματος, γύρω στο 20%. Συχνά είναι παραποιημένα και δυσανάγνωστα και τα έχουν βρει σε ανομοιογενείς επιφάνειες ή γεμάτες με αίμα. «Είναι άλλο να λες ότι τα αποτυπώματα είναι μοναδικά και τελείως διαφορετικό να υπονοείς ότι ένα τμήμα «λανθάνοντος αποτυπώματος», το οποίο συχνά είναι καλυμμένο με αίμα ή έχει βρεθεί σε μία μη καθαρή επιφάνεια, είναι μοναδικό, πανομοιότυπο με κάποιο άλλο ή εύκολο να το ταυτοποιήσεις», λέει ο Barry Scheck, που διευθύνει το Σχέδιο Αθώωσης (Innocence Project). Μέσα στην περασμένη δεκαετία, χρησιμοποίησε στοιχεία DNA για να αθωώσει πάνω από 100 φυλακισμένους, μερικοί εκ των οποίων ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. «Πάντα μας έλεγαν ότι τα αποτυπώματα αποτελούν το αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο των ειδικών της «επιστήμης» της δακτυλοσκοπίας. Αν έχεις ένα αποτύπωμα έχεις και τον ένοχο. Όμως, αυτή η απόφαση δεν είναι αντικειμενική. Είναι μη ακριβής, μερική και κατακριτέα».

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 16, Ιούλιος-Αύγουστος 2003
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.