Οι Διωγμοί των Τσιγγάνων ως αντικατοπτρισμός των προσπαθειών Ενσωμάτωσης

Οι πρόσφατες δηλώσεις του γάλλου πρωθυπουργού Σαρκοζί και οι μετέπειτα απελάσεις χιλιάδων ρομ στις χώρες καταγωγής τους, κυρίως σε Ρουμανία και Βουλγαρία, συνεχίζουν την μακρόχρονη ιστορία διώξεων και καταστολής που υφίστανται από την κάθε κρατική εξουσία οι λεγόμενες «μειονοτικές» ομάδες. «Δεν πρέπει να μείνει ούτε ένας καταυλισμός τσιγγάνων στο γαλλικό έδαφος!», δήλωσε ο ίδιος άνθρωπος που είχε αποκαλέσει «αποβράσματα» όσους εξεγείρονταν για τη δολοφονία δύο νεαρών παιδιών πριν από χρόνια στα παρισινά γκέτο.

Αφορμή για το συγκεκριμένο πογκρόμ αποτέλεσε το αυτονόητο… Ρομά από το χωριό Σεντ Ενιάν, στις 18 Ιουλίου, έκαψαν αυτοκίνητα, επιτέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα και έκοψαν δένδρα, αφ’ ότου λίγες ώρες νωρίτερα 22χρονος αθίγγανος, ύποπτος για ληστεία, έπεσε νεκρός από τα πυρά αστυνομικού. Στοχοποιημένος για καιρό και στη δίνη σκανδάλων, ο Σαρκοζί, ως φάρσα της ιστορίας, δηλώνει: οι τσιγγάνικοι καταυλισμοί αποτελούν «εστίες λαθρεμπορίου, εκμετάλλευσης παιδιών για επαιτεία, πορνεία και έγκλημα». Προηγουμένως η ιεροσυλία, η αρπαγή νηπίων, οι ανθρωποθυσίες και η ανθρωποφαγία ήταν οι κυριότερες δικαιολογίες για τους διωγμούς που υπέστησαν οι τσιγγάνοι το 16ο αιώνα. Οι αιώνες και εάν πέρασαν…

Φυσικά, η πολιτική των απελάσεων δεν ξεκίνησε φέτος το καλοκαίρι, αφού μόνο πέρσι απελάθηκαν αθόρυβα περίπου 10.000 ρομά. Πριν τη Γαλλία είχε προηγηθεί η Ιταλία, η οποία τον Μάιο του 2008, με δήλωση του υπουργού Εσωτερικών Ρομπέρτο Μαρόνι διακήρυττε ότι «οι καταυλισμοί των τσιγγάνων θα πρέπει να διαλυθούν αμέσως και οι ίδιοι να απελαθούν ή να κλειστούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης». Οι συγκρούσεις που ακολούθησαν οδήγησαν στη δολοφονία δύο νεαρών τσιγγάνων, από τη Ρουμανία.

«Ήρθαν οπλισμένοι. Και μας έδιωξαν με τη βία. Μας είπαν να τα μαζέψουμε και να φύγουμε την επόμενη κιόλας μέρα. Μας απείλησαν πως αν δεν φεύγαμε, θα έμπαιναν μέσα στα σπίτια μας με τις μπουλντόζες», αναφέρει τσιγγάνος για την καταστολή που δέχτηκαν σε πόλη της Ρουμανίας. Ενώ, σε άλλη ρουμανική πόλη, ο δήμαρχός ύψωσε τείχος αποκλεισμού από τον τσιγγάνικο καταυλισμό. Υπενθυμίζεται ότι η Ρουμανία θα «υποδεχθεί» σημαντικό αριθμό απελαθέντων από τη Γαλλία και άλλες χώρες ενώ διάφοροι ρουμάνοι αξιωματούχοι μίλησαν για «ρατσισμό της Γαλλίας». Η πολιτική υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο ή «μακριά από το σπίτι μου και ας είναι όπου να ’ναι»;

Επίσης, να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι πέρσι εκατό ρομά εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, ενώ ένα καραβάνι 700 ατόμων εκδιώχθηκε από την Φλαμανδία. Οι «ανεκτικές» Δανία και Σουηδία, πάλι, απέλασαν εκατοντάδες παραβιάζοντας και τα στοιχειώδη, σύμφωνα με καταγγελίες οργανώσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη πιο σκληρές είναι οι συνθήκες σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ, αφού μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, στην Ουγγαρία, έξι τσιγγάνοι δολοφονήθηκαν, 15 οικισμοί καταστράφηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν ύστερα από ρατσιστικές επιθέσεις με βόμβες μολότοφ και όπλα. Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν και στην Ρωσία, όπου οι επιθέσεις σε μειονοτικές και «περιθωριακές» ομάδες πληθυσμού είναι αρκετά συχνές. Ενώ η περίπτωση 76 γυναικών Ρομά, φέρνει μνήμες ναζιστικού δημομετρικού σχεδιασμού, αφού υπέστησαν εν αγνοία τους στείρωση σε δημόσιο νοσοκομείο στην Οστράβα της Τσεχίας.

Προέλευση και ιστορική αναδρομή

Οι υποθέσεις, για την εγκατάσταση των τσιγγάνικων πληθυσμών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι πολλές και αντικρουόμενες. Να αναφέρουμε ότι η συνώνυμη χρήση των όρων, τσιγγάνος και γύφτος, είναι αντιφατική αφού το «γύφτος» προέρχεται από το αιγύπτιος ενώ οι περισσότερες αναφορές σχετικά με την καταγωγή των τσιγγάνων τοποθετούνται στις Ινδίες. Τα τελευταία, ωστόσο, χρόνια πολλές από τις κυρίαρχες απόψεις γύρω από την ιστορία, τη γλώσσα και τις παραδόσεις των τσιγγάνων έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αμφισβητείται η άποψη, πως οι τσιγγάνοι συγκροτούν μία ενιαία ομάδα, ένα λαό, με κοινή γλώσσα που διασκορπίστηκε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Αντίθετα, υποστηρίζεται, ότι η ονομασία «τσιγγάνος» αποτελεί δημιούργημα της κυρίαρχης τάξης προκειμένου να χαρακτηρίσει ορισμένες ομάδες νομάδων, ο τρόπος ζωής των οποίων δεν θεωρούνταν αποδεκτός. Ο τύπος του «τσιγγάνου», δημιουργείται κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα, όταν άρχισαν να εφαρμόζονται νομικοί και κοινωνικοί περιορισμοί σε νομαδικούς πληθυσμούς στην κεντρική Ευρώπη, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως ζητιάνοι, επαγγελματίες κλέφτες, ληστές και απατεώνες. Τα αίτια για τον κοινωνικό τους αποκλεισμό ήταν κατά κύριο λόγο οικονομικά, καθ’ όσον συνδέονταν με την επικείμενη μετάβαση της οικονομίας από την φεουδαρχική της μορφή στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς.

Η πρόταση της κοινής γεωγραφικής προέλευσης των κλειστών κοινωνικο-επαγγελματικών ομάδων και συγκεκριμένα των τσιγγάνων, συγκεκριμενοποιείται στους τεχνίτες των ινδικών καστών. Οι αιτίες μετακίνησης τους είναι σύνθετες, όμως στην ιστορία των πληθυσμών της γης, οι μετακινήσεις, τεράστιων ή και μικρών πληθυσμιακών ρευμάτων, σε μικρές ή και σε τεράστιες αποστάσεις, είναι κάτι το σύνηθες και αρκετά διαδεδομένο. Οπότε, η σχηματοποίηση κάποιας μετακινούμενης ομάδας σε ένα αυστηρά ενιαίο κοινωνικό σύνολο θεωρείται υπερβολική.

Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, η κύρια εμφάνιση των τσιγγάνων στην ευρωπαϊκή ήπειρο χρονολογείται στις αρχές του 13ου αι. και σταδιακά εξαπλώνεται σε αρκετές χώρες. Στις συνθήκες της φεουδαρχικής Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, νομαδικοί πληθυσμοί όπως οι τσιγγάνοι μετακινούνται ανεμπόδιστα και ελεύθερα, διατηρώντας παράλληλα τη συνοχή τους. Οι ιστορικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί, με την μετέπειτα εμφάνιση των εθνικών κρατών, δημιουργούν μια νέα συνθήκη στον μέχρι τότε νομαδικό τρόπο ζωής. Έτσι, κατ’ επιλογήν ή αναγκαστικά παραμένουν περιορισμένοι στα σύνορα της κρατικής οντότητας που βρέθηκαν στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Μερικά χρόνια μετά το 1500 πραγματοποιείται γενικός διωγμός τσιγγάνικων φυλών από πολλές χώρες της Ευρώπης, που διαρκεί περίπου διακόσια χρόνια. Αρκετοί αναγκάστηκαν να γίνουν δουλοπάροικοι ή αφομοιώθηκαν, υποχρεωτικά, με τους ντόπιους πληθυσμούς. Η κατάστασή τους αρχίζει πάλι να δυσκολεύει μετά την Α΄ Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή, όπου πολλές χώρες τούς θεωρούν ανεπιθύμητους και οι μετακινήσεις τους περιορίζονται ή απαγορεύονται όπως συμβαίνει σε Αγγλία, Ρωσία και Ουγγαρία. Παρόμοιες διώξεις πραγματοποιούνται στην Ισπανία επί εποχής Φράνκο και παράλληλα στη χιτλερική Γερμανία.

Η σχεδόν άγνωστη ιστορία του τσιγγάνικου ολοκαυτώματος, αποκαλύπτει την φρικιαστική εξόντωση 500 χιλιάδων έως 1,5 εκατομμυρίου τσιγγάνων, που αντιστοιχούσαν στο τουλάχιστον 70% του συνολικού πληθυσμού των τσιγγάνων που κατοικούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο. Χαρακτηριστική είναι η εξόντωση 800 παιδιών τσιγγάνικης καταγωγής, την 10η Οκτώβρη 1944 στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς, με το αέριο «ζάικλον Β». Είχαν προηγηθεί πειράματα από τον γιατρό Μένγκελε και μια σειρά σκληρών βασανιστηρίων.

Τσιγγάνοι και ελλαδικός χώρος

Ένας μεγάλος αριθμός Τσιγγάνων μετακινήθηκε, στην ανταλλαγή πληθυσμών του 1922, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Εννοείται ότι η παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο χρονολογείται από την οθωμανική αυτοκρατορία. Ενώ μόλις το 1955 το ελληνικό κράτος αποδίδει την ελληνική ιθαγένεια στους τσιγγάνους που κατοικούν στην ελληνική επικράτεια με σχετικό νομοθετικό διάταγμα (Ν.Δ. 3370/55), το οποίο δημιουργεί το στοιχειώδες θεσμικό πλαίσιο για την αναγνώρισή τους ως πολιτών και άρα ως δικαιούχων, εν δυνάμει, βασικών και θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ο ρατσισμός απέναντι στους τσιγγάνους εκδηλώνεται πολυποίκιλα, είτε λεκτικά και απαξιωτικά είτε μέσω της απαγόρευσης εγκατάστασής τους σε διάφορες περιοχές. Συχνά-πυκνά διαβάζουμε για έκτακτες λαϊκές συνελεύσεις εξαγριωμένων κατοίκων που απαιτούν την απομάκρυνση ή την μη εγκατάσταση τσιγγάνικων καταυλισμών. Φυσικά, δεν ξεχνάμε τη βιαιότητα της επίθεσης των ΕΚΑΜ αρκετά χρόνια πριν σε καταυλισμό στον Ασπρόπυργο, όπως και τις δολοφονίες από τους μπάτσους.

Οι Τσιγγάνοι αποτέλεσαν μια «κλειστή» κοινωνική ομάδα, που διατήρησε την δική της δομή και ιεραρχία, βασιζόμενη στην οικογένεια μεγάλης κλίμακας και έχοντας σαν συνεκτική ύλη την προφορική γλώσσα και ένα πλέγμα παραδόσεων και εθίμων. Η δομή αυτή για μεγάλες χρονικές περιόδους δεν υπήρξε αντίπαλη στις κοινωνικές δομές και συνθήκες. Αντιθέτως, μέσα στις συνθήκες της αγροτικής κοινωνίας, ως τις αρχές του ’50, οι Τσιγγάνοι διατήρησαν μια ισορροπία, αναπτύσσοντας επαγγελματικές δραστηριότητες συμπληρωματικές και χρήσιμες για τις τότε κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Το γυρολογικό εμπόριο, οι αγροτικές εργασίες και η εμπορία αγροτικών προϊόντων λιανικής κλίμακας, η ανάπτυξη τεχνικών επαγγελμάτων (του καλαθοπλέκτη, του γανωτή κλπ.) διατήρησαν, ως κοινωνικά χρήσιμη, την παρουσία των Τσιγγάνων στην κοινωνική δομή, έστω και «περιθωριακά».

Σήμερα η διαφορετικότητα, της πλειοψηφίας των τσιγγάνων στον ελλαδικό χώρο, στον επονομαζόμενο «σύγχρονο τρόπο ζωής», δεν απαιτεί ούτε τη δημιουργία διαφόρων ΜΚΟ που υποτίθεται νοιάζονται για τα προβλήματα των τσιγγάνων, αλλά ουσιαστικά πέραν των οικονομικών ωφελειών που αποκομίζουν, προσπαθούν να τους εντάξουν και να τους ενσωματώσουν στο κυρίαρχο «πολιτιστικό» μοντέλο. Αλλά ούτε και τον ανθρωπισμό θρησκευτικής απόχρωσης, ο οποίος μπορεί μεν, στην καλύτερη περίπτωση, να συμπονά αλλά ταυτόχρονα και ουσιαστικά, διαχωρίζει.

Οι τσιγγάνοι, όπως και όλες οι ομάδες με παρόμοια χαρακτηριστικά ενός ευρύτερου πληθυσμού, δεν χρειάζονται την ενσωμάτωση στα κυρίαρχα μοντέλα, με μοναδικό σκοπό την ομοιομορφία του εξουσιαζόμενου πληθυσμού, ώστε ο έλεγχος και η επιβολή να εμφανίζεται ευκολότερη. Δεν χρειάζονται με απλά λόγια τους υπερασπιστές «τσιγγανολόγους»…

Η μαρξιστική «προοδευτική» θεώρηση των πραγμάτων, απόρροια και αυτή διαφωτιστικών καταβολών, που ζητά υποχρεωτική σχολική φοίτηση, συνθήκες υγιεινής που παραπέμπουν σε μοντέλα καθαρότητας δεν μπορούν να αποτελέσουν προσπάθειες και απαιτήσεις, που οδεύουν έστω και προσεγγιστικά σε μια αναρχική κατεύθυνση.

Δεν ορίζουμε κάποιους ως διαφορετικούς από εμάς γιατί απλά το «εμείς» δεν μπορεί να οριστεί με όρους κοινής ταυτότητας. Για παράδειγμα, τι μπορούμε να ορίσουμε ως διαφορετικό στον ελλαδικό χώρο, ως προς την έννοια «φυλή» σε ένα μωσαϊκό ανθρώπων και κοινοτήτων; Τους Αρβανίτες, Βλάχους, Σαρακατσάνους, Σλαβομακεδόνες ή μήπως τους Κρήτες, Πόντιους και Θράκες; Δηλαδή με ποια κριτήρια κάποιοι ορίζουν την κυρίαρχη «φυλετικά» ομάδα, έτσι ώστε να καταλήξουν στο μειονοτικό και διαφορετικό;

Ο πυρήνας του διαχωρισμού είναι η έννοια ενσωμάτωση και συνάμα η αποδοχή. Δηλαδή, οι Αρβανίτες από τη στιγμή που ενσωματώθηκαν στον ελλαδικό χώρο, έγιναν συνάμα και αποδεχτοί από την κυριαρχία. Εν αντιθέσει με τους τσιγγάνους που έχουν σημαντικές αντιστάσεις ενσωμάτωσης, όχι λόγω μιας αντικρατικής ή αντικυρίαρχης λογικής τους, αλλά λόγω της παρουσίας έντονων συγγενικών δεσμών που ορίζουν τις μικρές ή μεγάλες κοινότητές τους.

Φυσικά, πολλά στοιχεία των συγκεκριμένων κοινωνιών μπορούν να ξενίζουν ή να υπάρχει ένα κλίμα αποστροφής ως προς αυτά, όπως για παράδειγμα ο θεσμός του γάμου σε μικρή ηλικία μέσω πατριαρχικών επιταγών. (Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες επισημαίνουν, πάντως, ότι κοινότητες με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας και μικρή μέση ηλικία ζωής αναπαράγονται σε μικρή ηλικία για λόγους επιβίωσης της κοινότητας. Επισπεύδοντας, έτσι, όλες τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη ζωή. Συνέπεια αυτής της στάσης είναι αντίστοιχα τα υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού, αφού ο γάμος και τα παιδιά απομακρύνουν τις γυναίκες, κυρίως, από την εκπαιδευτική διαδικασία). Αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εξουσία προσπαθεί να επιβάλλει συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς, που στους αρνητές ενσωμάτωσης επιστρατεύει τη βία -προληπτική ή κατασταλτική, φανερή ή αφανή αλλά, πάντως, πραγματική- για ομοιομορφία και κομφορμισμό, κατασκευάζοντας τους «δικούς» μας και τους «άλλους».

Στο όνομα της «πολιτισμικής ομοιομορφίας» η Δύση εφορμά στην Ανατολή (π.χ. Αφγανιστάν, Ιράκ) και ενδοκρατικά, η κυριαρχία κυνηγά και διώκει τον μη ενσωματωμένο και αφομοιωμένο. Οι διώξεις, όμως, γεννούν αντιστάσεις και οι αντιστάσεις, ελπίδα.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.97, Σεπτέμβριος 2010
Both comments and trackbacks are currently closed.