Η μάχη του Γκρόζνι (Δεκέμβριος 1994 – Μάρτιος 1995)

Το πρωινό της 31ης Δεκεμβρίου 1994, ρωσικά άρματα μάχης άρχισαν να εισβάλλουν στην Τσετσενική πρωτεύουσα. Μια συμμορία 90.000 εισβολέων με τον εξοπλισμό 6000 αρμάτων, συστημάτων πυροβολικού, εκτοξευτών ρουκετών και βοηθητικών οπλικών συστημάτων, εισέβαλε στο Τζοκάρ (Γκρόζνι) από τρεις μεριές, με συνεχή αεροπορική κάλυψη και μαζικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

Η φιλο-ρωσική τσετσενική αντιπολίτευση είχε ήδη «δώσει την άδεια» στο ρωσικό στρατό από τις 26 Οκτωβρίου 1994. Τότε άρχισε και η περίφημη τσετσένικη αντίσταση. Μέσα σε μια μέρα μόνο, επίλεκτα κομάντο και στρατιωτικοί, καθώς και ακριβός εξοπλισμός, του ρωσικού στρατού, εξουδετερώθηκαν.

Σφοδρές μάχες έλαβαν χώρα κοντά στο Προεδρικό Παλάτι. Πεζές ομάδες τσετσένων μαχητών και χωρικών οπλισμένων με χειροβομβίδες αντιμετώπισαν τα άρματα και τα θωρακισμένα οχήματα που ήταν φορτωμένα με ρώσους εισβολείς.

Λίγα τσετσένικα τανκ εμφανίστηκαν στο κέντρο της πόλης και επιτέθηκαν στον εχθρό. Αλλά την τρίτη μέρα αποσύρθηκαν, καθώς οι μαχητές της αντίστασης έβαλαν εναντίον τους, νομίζοντας ότι ανήκουν στο ρωσικό στρατό.

Ο αντι-πρόεδρος της Τσετσενικής δημοκρατίας Zelimkhan Yandarbiyev και ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Aslan Maskhadov καθοδηγούσαν άμεσα την άμυνα της πόλης από το Προεδρικό Παλάτι.

Οι  μουτζαχεντίν, που αποτελούνταν κυρίως από απλούς κατοίκους, συνέτριψαν το ρωσικό στρατό στις μάχες της 31/12/1994 και των επόμενων ημερών του Ιανουαρίου 1995. Ακολούθησαν πολλές άλλες σφοδρές μάχες.

Εκατοντάδες κατεστραμμένα ρωσικά στρατιωτικά οχήματα και χιλιάδες νεκροί εισβολείς βρίσκονταν στους δρόμους της τσετσενικής πρωτεύουσας. Ολόκληρες ταξιαρχίες και τάγματων των εισβολέων ηττήθηκαν και εκατοντάδες ρώσοι αιχμαλωτίστηκαν.

Οι μάχες του Γκρόζνι συνεχίστηκαν για δυόμιση μήνες. Οι συνολικές απώλειες του ρωσικού στρατού στις μάχες ήταν 18.000 έως 22.000 στρατιώτες και αξιωματικοί. Πάνω από 1200 είδη στρατιωτικού εξοπλισμού καταστράφηκαν από τσετσένικες χειροβομβίδες.

Πολύ γνωστή έγινε η μάχη του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία Maikop των ρώσων εξουδετερώθηκε ολοκληρωτικά.

Μόνο στα μέσα του Μαρτίου του 1995, οι τελευταίες μεγάλες μονάδες του τσετσενικού στρατού, υπό τη διοίκηση του Shamil Basayev, έφυγαν από την πρωτεύουσα και ανατίναξαν τον πύργο της τηλεόρασης.

Η ρωσική προπαγάνδα προσπαθεί ακόμα να διαστρεβλώσει την επιτυχία του τσετσενικού στρατού, 90% του οποίου αποτελούνταν από απλούς χωρικούς που πήραν οπλοπολυβόλα για πρώτη φορά στη ζωή τους.

Η κατοχική διοίκηση και οι ρώσοι στρατηγοί διέδωσαν ένα μάτσο ψέματα για τον «ηρωισμό των ρώσων στρατιωτών», για μυθικούς μισθοφόρους και πρωταθλήτριες του δίαθλου από τη Βαλτική που πληρώνονταν με 1000 δολάρια τη μέρα από τον Dudayev για να δρουν ως ελεύθερες σκοπεύτριες.

Ο συγγραφέας αυτού του άρθρου έχει συμμετάσχει ο ίδιος σ’ αυτά τα γεγονότα και μπορεί να καταθέσει ότι η μεραρχία του ρώσου στρατηγού Rokhlin ακινητοποιήθηκε για 1, 5 μήνα από δεκάδες τσετσένους μαχητές που υπερασπίστηκαν θέσεις στην έδρα της Κομμουνιστικής Νεολαίας, το κτίριο της Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, το κτίριο του Υπουργικού Συμβουλίου και το ξενοδοχείο «Καύκασος».

(από άρθρο του I. Said)

Δημοσιεύτηκε από τον Αναρχικό Πυρήνα ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Both comments and trackbacks are currently closed.