ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1973: 37 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1995: 15 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΚΗ ΑΥΤΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ…

Καθώς συμπληρώνονται 37 χρόνια από την Μεγάλη Εξέγερση του Νοέμβρη 1973, που κορυφώθηκε με την κατάληψη του Πολυτεχνείου της Αθήνας, αλλά και πανεπιστημιακών χώρων σε άλλες πόλεις (Πάτρα, Θεσσαλονίκη), η αναδρομή σε τέτοια γεγονότα βοηθά στην ενδυνάμωση της εμπειρίας. Αλλά εκτός από αυτό, ενισχύει τις απελευθερωτικές απόψεις απέναντι στις συκοφαντικές διαδόσεις των συνειδητών ή ασυνείδητων εχθρών του απελευθερωτικού και ιδιαίτερα του αναρχικού αγώνα.

Δεν εγκαταλείψαμε ούτε στιγμή αυτό το μετερίζι που λέγεται εμπειρία της δράσης των ανθρώπων ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Επειδή δεν ταιριάζει στους αναρχικούς να ρίχνουν τις ασπίδες και να εγκαταλείπουν στο κράτος ένα σημαντικό έδαφος όπου διεξήχθη και εξακολουθεί να διεξάγεται μια μάχη για την απελευθέρωση του ανθρώπινου γένους, αλλά και όχι μόνο αυτού. Οι ριψάσπιδες προβάλλουν αυτό που θα προκύψει από τη στάση τους σαν πραγματικότητα που ήδη ισχύει. Οι μαχητές προσπαθούν να αποκαταστήσουν την πραγματικότητα μέσα από την διαρκή σύγκρουση τόσο στον τομέα των απόψεων όσο και στην καθαυτό πρακτική.

Φέτος, αλλά και όλα τα προηγούμενα χρόνια, χάρις στη σημαντική προσπάθεια ολόκληρων δεκαετιών, η παρουσία των αναρχικών απόψεων, η συμβολή και η δράση των αναρχικών στην εξέγερση του Νοέμβρη 1973 είναι αδιαμφισβήτητη. Σε πείσμα του κράτους και όσων το στηρίζουν με τη δράση και τη στάση τους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο πόλεμος έχει σταματήσει. Απλά συνεχίζεται με μεγαλύτερο πείσμα, αφού οι επιθέσεις και οι συκοφαντικές κινήσεις δεν έχουν πάψει να υφίστανται, αφού οι βολεμένοι και οι αρνητικοί σε κάθε απελευθερωτική προσπάθεια δεν αφήνουν την παραμικρή δυνατότητα που τους παρέχεται, ώστε να βαφτίζουν τις προσπάθειες της αγωνιζόμενης κοινωνίας με διάφορα παρατσούκλια προκειμένου να συμπαρασύρουν όσους αρνούνται να χρησιμοποιήσουν αυτό το υπέροχο χάρισμα προς το ανθρώπινο είδος που λέγεται, με απλά λόγια, μυαλό. Να τους κάνουν ανταγωνιστικούς προς συγκεκριμένες πρακτικές ή έστω να τους απομακρύνουν από αυτές και να τους στρέψουν σε ιδιοτελείς και εξουσιαστικές λογικές και επιδιώξεις. Μπορούν να κοπιάζουν όσο το τραβάει η όρεξή τους. Παραμένουμε συνεπείς στη πραγματικότητα που έχει αναδειχθεί μέσα από την ίδια τη ζωή, το πάθος και την δράση των ανθρώπων: Όλες οι πρακτικές έχουν την ίδια σημασία και δεν καθορίζονται από το κατά πόσο φαντάζουν ως δυναμικές ή «ασφαλείς», επειδή συμβάλλουν από κοινού στην κοινωνική απελευθέρωση ή στο σκοπούμενο κάθε φορά απελευθερωτικό πρόταγμα.

Άλλωστε, Η ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΦΕΥΡΗΜΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ. Ματαιοπονούν, συνεπώς, όσοι (και κυρίως οι κρατιστές) προσπαθούν να την ευνουχίσουν, συκοφαντώντας πρακτικές που έχουν αποδειχτεί πως αποτελούν απαραίτητα συστατικά του αγώνα των ανθρώπων για μια δημιουργική και ανεξούσια πραγματικότητα και ζωή. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο αυτά τα υποχθόνια μέσα να χρησιμοποιούνται από εκείνες τις οντότητες που δεν έχουν επαφή με τις δημιουργικές κι απελευθερωτικές δονήσεις. Συκοφαντούν ξεδιάντροπα ή συκοφαντούν εμφανίζοντας τους εαυτούς τους σαν θύματα συκοφαντιών, κλαψουρίζοντας και προσπαθώντας να διεγείρουν υπέρ τους τον σπαραξικάρδιο συναισθηματισμό αυτών προς τους οποίους απευθύνονται. Παράδειγμα οι κομμουνιστές και οι εθνικιστές. Και οι δύο αυτές ιδεολογικές και πολιτικές παράμετροι της κυριαρχίας φημίζονται για τέτοιου είδους πρακτικές. Διαστρεβλώνουν τα όσα λέγονται, διαπράττουν τα μύρια όσα αίσχη και στη συνέχεια «βγαίνουν στην αναφορά παραπονούμενοι» και δηλώνοντας πως δεν έχουν καμία σχέση με όσα τους καταμαρτυρούν. Συγκαλύπτουν την εξουσιαστική τους επιδίωξη, και την ουσιαστική τους ανεπάρκεια στο να πείσουν τον κόσμο με βάση την αλήθεια, με όλο αυτό το πλέγμα κατασκευών και συκοφαντιών.

Οι αναρχικοί δεν έχουν ανάγκη να χρησιμοποιούν τέτοια μέσα που υποβαθμίζουν την ουσία την αλήθειας, που αποδεικνύεται από γεγονότα που δεν χωρούν κανενός είδους αμφισβήτηση. Αυτά τα γεγονότα είναι που συνεχίζουμε να προβάλλουμε και προσπαθούμε να τα μοιραστούμε με τον κάθε άνθρωπο που δεν έχει προκαταλήψεις, μισαλλοδοξία και ιδιοτελή συμφέρονται και επιδιώξεις, που δεν κάνει το μαύρο-άσπρο για να αποδείξει πως πάντα έχει δίκιο. Αυτά τα γεγονότα είναι που απέδειξαν πως στη εξέγερση του Νοέμβρη το 1973 οι αναρχικές απόψεις έδωσαν το παρόν και εκδηλώθηκαν από ανθρώπους που δεν θέλησαν να οικειοποιηθούν το γεγονός, αλλά να δείξουν την σημαντική συμβολή των αναρχικών απόψεων σε τέτοια γεγονότα και πιο συγκεκριμένα σε αυτό. Και προχωράμε.

Το κράτος και οι κάθε είδους ασπόνδυλοι εχθροί της πανανθρώπινης ελευθερίας αποσκοπούν στο να μειώσουν το μέγεθος της δράσης των ανθρώπων που εξεγείρονται. Πίσω λοιπόν από τα γεγονότα του 1973 ανακάλυψαν οι μεν κομμουνιστές του ΚΚΕ τους 350 προβοκάτορες της ΚΥΠ με εντολές των Ρουφογάλη-Καραγιαννόπουλου, οι δε εθνικιστές προσπαθούν να παρουσιάσουν κάποια καταχθόνια σχέδια μυστικών υπηρεσιών που βρίσκονται πίσω από την εξέγερση του Νοέμβρη του 1973. Όλα στο βωμό της συκοφαντίας, της υποβάθμισης και της περιθωριοποίησης της εξέγερσης. Της κάθε εξέγερσης.

Αλλά τι έγινε και το 1995; Ακριβώς το ίδιο. Αλλά με μια διαφορά, τώρα δεν υπήρχαν οι 300 προβοκάτορες της ΚΥΠ αλλά ο «σκοτεινός κ. Μολότοφ» και η ομάδα του. Χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν η εξέγερση, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ΜΜΕ. Όπως κάθε ακηδεμόνευτη εξέγερση, το Πολυτεχνείο του 1995 δέχτηκε αλλά και συνεχίζει να δέχεται τις συκοφαντίες από εχθρούς και «φίλους», μέχρι και σήμερα. Πάντα με τις συνήθεις μεθόδους: ψιθυριστά και πίσω από πλάτες, σε καφενεία αλλά και σε κάθε λογής, πολιτικά και μη, χαμαιτυπεία. Δεν ήταν και δεν είναι μόνο ο συνήθης μαρξισμός ή ο παλαιομοδίτικος αριστερισμός. Τα μυωπικά γυαλιά του μητροαριστερού έβγαλαν το πόρισμα: Η εξέγερση ήταν πολιτική αυτοκτονία.

Βέβαια, σε μια εξέγερση οι σκιαμαχίες δεν έχουν θέση, ούτε και οι θεωρίες των ραντεβού, επειδή πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν γι’ αυτούς που πάντα έβρισκαν και βρίσκουν διάφορα κατασκευασμένα και ανυπόστατα στοιχεία προκειμένου να υποβαθμίσουν μια εξέγερση.

Συνηθισμένο φαινόμενο, λοιπόν, η συκοφαντία των εξεγέρσεων και των εξεγερμένων και δεν ξενίζει. Όμως όλα έχουν τη σημασία τους. Σημασία πολύ μεγάλη για το αν εγκαταλείπεις, αποτρέπεις ή καταστέλλεις τη διάθεση ανθρώπων να συγκρουστούν και να εξεγερθούν ή αν βρίσκεσαι μαζί τους για να συμβάλεις ώστε να δημιουργηθούν απελευθερωτικές συνθήκες. Να ακούσεις και να διδαχθείς από τις εμπειρίες. Να ενώσεις το πάθος για τη λευτεριά και την αναρχία με την οργή του εξεγερμένου. Όχι για να ταυτιστείς, αλλά για να συνθέσεις. Να αποφύγεις τον πειρασμό της καθοδήγησης και να αφεθείς να σε εμπνεύσει αυτό το «αλλόκοτο» αλλά και τόσο γνωστό πνεύμα της εξέγερσης και της ανυποταξίας.

Και βέβαια δεν ξεχνιούνται οι συκοφαντικοί μύθοι, που διαχύθηκαν από τους επιτήδειους, για την καταγραφή από το κράτος των συλληφθέντων. Θύμισαν την μικροαστική νοοτροπία που καλλιεργούνταν στους νέους «να έχουν καθαρό μητρώο για να βρουν μια θέση στο δημόσιο». Να μείνουν δηλαδή μια ζωή δουλοπρεπείς, αν όχι ολοκληρωτικά δούλοι.

Ξέχασαν, όμως, τη διαρκή (και «αφανή») καταγραφή από το δίκτυο ελέγχου και παρακολούθησης που έχει στηθεί από το κράτος και την ανεκτικότητα στις αμέτρητες προσαγωγές που γίνονταν και γίνονται καθημερινά και τις «εξακριβώσεις στοιχείων». Ξεχνούν τις χιλιάδες καταγραφές που γίνονται με συλλήψεις, εξακριβώσεις και προσαγωγές σε κάθε εξέγερση (για να μην πάμε μακριά ας δούμε το πόσοι καταγράφηκαν στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 ή πρόσφατα τις περισσότερες από 2000 συλλήψεις στη Γαλλία). Δεν χωρούν βέβαια οι επί μέρους δικαιολογίες για την μεγάλη σημασία της μιας εξέγερσης και την υποβάθμιση της άλλης. Επειδή αυτές είναι εξουσιαστικές και πολιτικές απόψεις που κοστολογούν με χυδαίο και μπακάλικο τρόπο τα σημαντικότατα μέσα για την απελευθέρωση των ανθρώπων: τις εξεγέρσεις. Δείχνουν και το «ποιόν» αυτών των απόψεων.

Όπως δεν χωρούν και οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί για ορισμένες ομάδες ανθρώπων που συμμετέχουν σε μια εξέγερση. Πρόκειται για καθαρά εξουσιαστικές απόψεις («βαθειά αστικές», όπως θα τις χαρακτήριζε ένα πολιτικοποιημένος μαρξιστής). Σε κάθε εξέγερση συμμετέχουν άνθρωποι διαφορετικοί, γίνονται πολλά πράγματα που δεν συμφωνούμε, όμως δεν απαξιώνουμε τους ανθρώπους. Το βασικότερο είναι τι είδους στάση τηρούν οι αναρχικοί κι όχι μόνον αυτοί. Έχει αποδειχθεί, με βάση την κάθε φορά πραγματικότητα, πως υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους που συμβαίνει να συχνάζουν σε ποδοσφαιρικούς αγώνες και που όταν συμμετέχουν σε εξεγερτικά γεγονότα εμπνέονται από την αναρχική δράση και το ήθος των αναρχικών και οικειοποιούνται τα αναρχικά απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, ενώ συμβαίνει -ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια- άνθρωποι που προσχωρούν στην κοινωνική δράση να απορροφούν και να διδάσκονται χουλιγκανίστικες και γενικότερα συμμορίτικες λογικές και πρακτικές, χάνοντας το ήθος και τη δυνατότητα μιας ουσιαστικής πνευματικής ανάδειξης και μιας πρακτικής που να παράγει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες.

Κάθε εξέγερση, λοιπόν, είναι μοναδική. Αυτή η μοναδικότητα είναι που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά που αναδείχτηκαν πριν, κατά και μετά την εκδήλωσή της. Και το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ του 1995, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη μοίρα των εξεγέρσεων που προηγήθηκαν από αυτό, αλλά και που το ακολούθησαν. ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ σημαντικών εξελίξεων. Έτσι είναι. Ο κανόνας των εξεγέρσεων στον ελλαδικό χώρο είναι να προηγούνται (συνήθως) καταστάσεων ή να έπονται.

Η Εξέγερση του 1995, όταν ξέσπασε με πολλές αφορμές, σηματοδότησε το τέλος μια περιόδου τόσο της κυριαρχίας, όσο και των κοινωνικών αγώνων στον Ελλαδικό χώρο. Ήρθε σε μια στιγμή όπου έμπαινε σε πράξη η εφαρμογή των ευρύτερων σχεδίων της κυριαρχίας και για τον ελλαδικό χώρο. Μια περίοδος που σημαδεύτηκε και από το φυσικό τέλος του Α. Παπανδρέου. Το ουσιαστικό πέρασμα από μια περίοδο σε μια άλλη έχει πολλές φορές ιδιαίτερη σημασία για τα κέντρα κυριαρχίας να συνδέεται και με την ανάδειξη ή την πτώση προσώπων.

Το Πολυτεχνείο του 1995, λόγω του χρονικού σημείου κατά το οποίο ξέσπασε, όπως ειπώθηκε, αλλά και εξ αιτίας της πολυσυνθετότητας των συμμετεχόντων σ’ αυτό, έδωσε κάτι το ξεχωριστό: τον ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΣΜΟ. Αυτό το κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι που προκάλεσε την εχθρότητα τόσων πολλών. Εχθρότητα, αντιπάθεια, φόβο για απώλεια των ερεισμάτων συνδιαλλαγής με το κράτος και σε ορισμένους προκάλεσε αμνησία της ονοματοδοσίας τους, αφού έφερνε στο «προσκήνιο» τις αναρχικές απόψεις και πρακτικές, αναδείκνυε τη σταθεροποίησή τους στον κοινωνικό χώρο και έκανε φανερές τις προοπτικές. Μάλιστα, κάποιοι έφτασαν στο σημείο να μην μπορούν να αρθρώσουν έστω μια λέξη, όταν η επικαιρότητα της κοινωνικής σύγκρουσης τούς προσκαλούσε. Και έχασαν. Ευτυχώς, γιατί έτσι βγήκε κερδισμένη η εξέγερση, οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι, αλλά και η εμπειρία των αναρχικών.

Άλλωστε, κάθε εξέγερση, πολεμά κάστρα, καταλαμβάνει πύργους αλλά παραμένει απολιτική, αδιαφορώντας για όλες αυτές τις πολιτικές συνιστώσες που προσπαθούν να κερδοσκοπήσουν ή να αγνοήσουν την παρουσία της.

Αλλά, ευτυχώς, το πνεύμα της εξέγερσης δεν περπατά με μικροπρέπεια, αλλά διασχίζει περήφανα τους χώρους όπου οι αγανακτισμένοι, εξοργισμένοι, αλλά και αποφασισμένοι άνθρωποι το τίμησαν. Και τους τιμά κι αυτό απ’ τη μεριά του.

Δίνοντας τόπο στις επερχόμενες εξεγέρσεις και εμπλουτίζοντας τις εμπειρίες των αγωνιζόμενων και των αναρχικών που έχουν κάθε λόγο να επαναλαμβάνουν το σύνθημα: Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΕΞΈΓΕΡΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ. Καταλαμβάνει χώρους και μας χωρά όλους…

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 99, Νοέμβριος 2010
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.