Για την ΓΑΖΑ

Είναι αδύνατον, για μιαν ακόμη φορά, να μην αναγνωρίσει κανείς το γεγονός ότι το «παλαιστινιακό» βρίσκεται στο κέντρο μιας δίνης που έρχεται να επηρεάσει, αλλά και να σημαδέψει τις σφαίρες επιρροής μιας πληθώρας κρατών. Μ’ άλλα λόγια, για μιαν ακόμη φορά, εύκολα και δικαιολογημένα μπορεί να παρατηρήσει κάποιος, πως ένα τόσο μικρό κομμάτι γης μπορεί να αποτελεί για τους κυρίαρχους το κέντρο μιας, στην κυριολεξία, παγκόσμιας «σκακιέρας». Μόνο που –όπως και στο παρελθόν έχει αποδειχθεί με τον πλέον αιματηρό τρόπο– για τους κυρίαρχους δεν υπάρχει αμελητέο έδαφος στην Μέση Ανατολή.

Σύντομη αναδρομή

Δεν είναι τυχαίο ότι ο προσδιορισμός Μέση Ανατολή, που σαφώς δεν υιοθετήθηκε μόνο ως γεωγραφικός ορισμός μιας περιοχής, περιελάμβανε και τα Βαλκάνια στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Μέση Ανατολή, λοιπόν, περικλείει τις ηπειρωτικές περιοχές της Δυτικής Ασίας, της Βόρειας Αφρικής, αλλά και τα ανατολικά σύνορα της Ε.Ε., ενώ ορίζει τα βόρεια και ανατολικά θαλάσσια σύνορα της Μεσογείου και των νότιων ακτών του Εύξεινου Πόντου και της Κασπίας θάλασσας και τέλος συμπεριλαμβάνει κλειστές θάλασσες, όπως η Ερυθρά, και κόλπους, όπως ο Περσικός, αλλά και θαλάσσια περάσματα στρατηγικής σημασίας για όποιον τα ελέγχει, όπως αυτά της διώρυγας του Σουέζ, του Άντεν και του Χορμούζ. Μ’ άλλα λόγια, με την στενή έννοια, πρόκειται για τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των περιοχών του Νείλου και της Μεσοποταμίας, από την Αίγυπτο ως την Περσία και με την ευρύτερη έννοια για την περιοχή που εκτείνεται από το Μαρόκο ως το Πακιστάν, δηλαδή από τον Ατλαντικό έως τον Γάγγη ποταμό.

Σ’ ένα σχετικό εδάφιο για την θεμελίωση της πόλης της Βαγδάτης, ο ιστορικός και γεωγράφος του 9ου αιώνα αλ-Γιακουμπί αναφέρει τα εξής λόγια του χαλίφη Αλ-Μανσούρ (754-775): «Αυτό το νησί, ανάμεσα στον Τίγρη ανατολικά και στον Ευφράτη δυτικά είναι μια αγορά για ολόκληρο τον κόσμο. Όλα τα καράβια, που ανεβαίνουν τον Τίγρη από το Ουαζίτ, την Βασόρα, την Ουμπουλά, το Αχβάζ, το Φαρς, το Ομάν, τη Γυαμάμα, το Μπαχρέιν και πέρα, θα έρχονται και θα ρίχνουν άγκυρα εδώ. Τα πλοία, μέσω του Τίγρη, θα φέρνουν εμπορεύματα κατεβαίνοντας από τη Μοσούλη, την Ντιγιάρ-Ράμπια, το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία και μέσω του Ευφράτη, από το Ντιγιάρ Μπουντάρ, τη Ράκκα, τη Συρία και τις παραμεθόριες βαλτώδεις περιοχές, την Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική και θα ξεφορτώνουν εδώ. Θα είναι η λεωφόρος για τους λαούς του Τζαμάλ, του Ισπαχάν και των επαρχιών του Χορασάν. Δοξάστε τον Θεό που διαφύλαξε αυτό το μέρος για μένα και ανάγκασε όλους αυτούς που ήρθαν πριν από εμένα, να το παραμελήσουν. Στο όνομα του Θεού, θα το οικοδομήσω. Μετά θα κατοικήσω εδώ όσο θα ζω κι οι απόγονοί μου θα κατοικήσουν μετά από εμένα. Αυτή σίγουρα θα γίνει η πιο πλούσια πόλη στον κόσμο».

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, παρά μια ματιά στον παγκόσμιο χάρτη για να καταλάβει κανείς γιατί πριν χιλιάδες χρόνια αυτοκρατορίες, όπως αυτή του Αλεξάνδρου ή η ρωμαϊκή, ολοκληρώθηκαν ως τέτοιες με την αιματηρή επέλαση και κατάκτηση του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου. Από τον 6ο μέχρι τον 11ο αιώνα, οι αραβικές(1) και μουσουλμανικές αυτοκρατορίες επιβλήθηκαν στην Εγγύς και Μέση Ανατολή και κυβέρνησαν στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Σικελία ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, μέχρι η αποδυνάμωση και η διάσπαση αυτοκρατοριών, όπως εκείνη των Σελτζούκων, να ανοίξει το δρόμο για την άφιξη των πρώτων Σταυροφόρων (1096). Στην συνέχεια ήρθε η σειρά του Σαλαντίν να δημιουργήσει μια Συρο-αιγυπτιακή μουσουλμανική αυτοκρατορία και να ανακαταλάβει λίγο πριν πεθάνει το (1193) την Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους, ενώ οι επιδράσεις των κατακτήσεων της Μογγολικής Αυτοκρατορίας στον αραβικό κόσμο περιορίστηκαν στο Ιράκ που προσαρτήθηκε με κέντρο το Ιράν.

Στα μέσα του 13ου αιώνα, η εξουσία των Μαμελούκων Τούρκων ένωσε με την σειρά της το αιγυπτιακό με το συριακό κράτος και αντιμετώπισε με επιτυχία χριστιανούς και μογγόλους εισβολείς, για να επιβληθεί πλέον, από τον 15ο αιώνα και μάλιστα για τέσσερις αιώνες, στην περιοχή η οθωμανική αυτοκρατορία. Το 1498 ο Βάσκο ντε Γκάμα, έχοντας περιπλεύσει το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, αποβιβάζεται στην Ινδία για να επιστρέψει έναν χρόνο μετά στην Λισαβόνα με ένα φορτίο μπαχαρικών και έχοντας ανοίξει ένα νέο δρόμο για την Ανατολή που ακολούθησαν γρήγορα άγγλοι, γάλλοι, πορτογάλοι και ολλανδοί. Η αραβική Εγγύς Ανατολή, ως δρόμος του εμπορίου, υπερφαλαγγίζεται και πλέον θα φθάσουμε τον 19ο αιώνα, ώστε να περάσουν και πάλι οι κύριοι δρόμοι του παγκόσμιου εμπορίου και όχι μόνο απ’ αυτήν.

Η μεταβίβαση «αρμοδιοτήτων» σε διαδόχους όπως η βρετανική αυτοκρατορία, αλλά και σε γαλλικά αποικιακά συμφέροντα, ξεκινά με την λήξη του Α΄ παγκόσμιου εξουσιαστικού πολέμου, ενώ με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου εξουσιαστικού πολέμου καταγράφεται η δυναμική «είσοδος» των ΗΠΑ στην περιοχή, αλλά και η σοβιετική επιρροή σε μια σειρά «ανεξάρτητων» αραβικών κρατών, όπως η Λιβύη, η Συρία ή το Ιράκ.

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος ανέδειξε, για μιαν ακόμη φορά, σε μια ιστορία χιλιάδων χρόνων την ζωτικότητα της διαδρομής Καυκάσου-Μεσοποταμίας-Περσικού κόλπου και Κασπίας Θάλασσας-Ανατολικής Μεσογείου-Βαλκανίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διαδικασία ενοποίησης των κυριαρχικών μοντέλων, μετά την απομάκρυνση από την προηγούμενη «στατική» κατάσταση των δύο πόλων (συνασπισμένων μπλοκ της κυριαρχίας), έφερε στο προσκήνιο στην περιοχή, η οποία ορίζεται ως ευρασιατικά βαλκάνια, ένα πραγματικά εθνοτικό μωσαϊκό, που περιλαμβάνει το Καζακστάν, την Κιργισία, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και την Γεωργία (χώρες του Καυκάσου οι τρεις τελευταίες), καθώς και το Αφγανιστάν. Ο Μπρζεζίνσκι,(2) ήδη από το 1997, υποστήριζε ότι «πρωταρχικό συμφέρον της Αμερικής είναι να εξασφαλίσει ότι καμία δύναμη δεν θα καταφέρει να ελέγξει αυτόν τον γεωπολιτικό χώρο και ότι η παγκόσμια κοινότητα θα έχει ανεμπόδιστη χρηματιστική και οικονομική πρόσβαση σε αυτή την περιοχή».

Από την ίδρυση του Ισραηλίτικου κράτους στην ίδρυση της ΧΑΜΑΣ

Οι συνθήκες ίδρυσης το 1948 του ισραηλινού κράτους, με την εκδίωξη αρχικά 750.000 παλαιστινίων από τις εστίες τους, (αργότερα έφθασαν περίπου τα 3.000.000 οι παλαιστίνιοι στα προσφυγικά στρατόπεδα στον Λίβανο, στην Συρία στην Ιορδανία κ.α.), οι βασανισμοί, οι ταπεινώσεις, οι δολοφονίες που υπέστησαν είναι γνωστές όσο και το συλλογικό αίσθημα της περηφάνιας, που ανακτήθηκε με την απαρχή της αντίστασης και της εξέγερσης, και μας έχουν απασχολήσει διεξοδικά σε μια σειρά κειμένων σε παλαιότερα φύλλα της Διαδρομής Ελευθερίας. Οι εικόνες των νεαρών, που συμμετείχαν τόσο στην πρώτη ιντιφάντα το 1987 (τον ερχομό της οποίας δεν είχαν προβλέψει ούτε έλεγχαν οι ηγέτες όλων των τάσεων της παλαιστινιακής αντίστασης), όσο και στην δεύτερη το 2000, συμβόλισαν τον αγώνα κάθε καταπιεσμένου, που αψηφά την παντοδυναμία ενός πάνοπλου κράτους και γενικότερα κάθε κατακτητή και ενέπνευσαν τους αγωνιζόμενους σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Θα θυμίσουμε μόνο ότι σ’ όλη αυτή την διαδρομή τα αραβικά κράτη δεν υστέρησαν διόλου στην καταπίεση, που επέδειξαν στους κατατρεγμένους παλαιστίνιους, ενώ η «αλληλεγγύη» τους είχε να κάνει είτε με την κοινωνική πίεση που δέχονταν, είτε με ιδία συμφέροντα και διαπραγματεύσεις με το ισραηλινό κράτος και τον υπερατλαντικό του πάτρωνα, καθώς και με τα συμφέροντα ρώσων και ευρωπαίων εξουσιαστών. Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς το γεγονός ότι από τους αραβοϊσραηλινούς πόλεμους (1956, 1967, 1973, 1982) νικητής έβγαινε σε κάθε περίπτωση το ισραηλινό κράτος, με αποτέλεσμα να μπορεί αργότερα να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος είτε την επιστροφή των υψωμάτων του Γκολάν στην Συρία, είτε το όρος Σινά στην Αίγυπτο.

Θα επισημάνουμε, ακόμη, ότι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και πριν την επικράτηση της ιρανικής επανάστασης, το ιρανικό καθεστώς αποτελούσε ζωτικό παράγοντα για την πολιτική «ασφάλειας» των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με το ιρακινό καθεστώς μέχρι τον τερματισμό του ιρακινο-ιρανικού πολέμου το 1988.

Προτού αναφερθούμε στα πρόσφατα γεγονότα θα τονίσουμε, επίσης, ότι η τωρινή «κρίση» στο παλαιστινιακό και γενικότερα στην Μέση Ανατολή σχετίζεται χρονικά με ένα συγκεκριμένο στάδιο των «ειρηνευτικών» διαδικασιών, που η έναρξη τους (Μαδρίτη, Όσλο) εντάσσεται χρονικά και όχι μόνο, στην λεγόμενη μεταψυχροπολεμική περίοδο, έτσι όπως αυτή ορίσθηκε από την λεγόμενη κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Έχει προηγηθεί, όπως είπαμε, η πρώτη ιντιφάντα που ξέσπασε στις 8 Δεκεμβρίου του 1987 και έμεινε γνωστή ως η εξέγερση με τις πέτρες νεαρών (σεχάμπ) παλαιστινίων (ο μισός πληθυσμός στα κατεχόμενα είναι νέοι κάτω των 15 ετών και το εβδομήντα τοις εκατό μέχρι τριάντα) από τα προσφυγικά στρατόπεδα, που αντί να υποχωρήσει, προς έκπληξη τόσο της PLO, όσο και των ανενεργών μέχρι εκείνη την στιγμή Αδελφών Μουσουλμάνων, φούντωνε μέρα με την μέρα διαρκώς και περισσότερο. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, αφού με προκήρυξή τους με την υπογραφή Κίνημα Ισλαμικής Αντίστασης προέτρεπαν στο να ενταθεί η εξέγερση, στη συνέχεια έσπευσαν να συγκροτήσουν την Χαμάς (ζήλος).

Η Χαμάς, υπό την πνευματική ηγεσία του σεΐχη Άχμαντ Γιασίν, έκφραζε ένα παλαιστινιακό ισλαμικό κίνημα που διεύθυναν κληρικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, μηχανικοί και εκπαιδευτικοί, άνθρωποι, δηλαδή, προερχόμενοι από θεοσεβούμενα μεσαία στρώματα. Με το ξέσπασμα της εξέγερσης η Χαμάς (η επίσημη διακήρυξη της γίνεται τον Φλεβάρη του 1988) προσπαθεί να μείνει κοντά και να προσεταιριστεί την εξεγερμένη ανεξέλεγκτη νεολαία, έργο που θα γίνει πιο εύκολο λόγω της ισραηλινής καταστολής, που σχεδόν εξαφανίζει το Μάρτιο του 1988 τις οργανώσεις της Ισλαμικής Τζιχάντ (ριζοσπαστική ένοπλη οργάνωση). Η ιντιφάντα, λοιπόν, αναζωπυρώνει το διεθνές ενδιαφέρον και σηματοδοτεί την απαρχή σημαντικότατων ανταγωνισμών στις μέχρι τότε δεδομένες συνθήκες εκπροσώπησης των παλαιστινίων.(3)

Η «νέα τάξη πραγμάτων»

Λίγα χρόνια αργότερα, η συμβολική απαρχή του τέλους της λεγόμενης ψυχροπολεμικής περιόδου ανοίγει τον δρόμο για την πρώτη επέμβαση στον Περσικό Κόλπο, με την οποία οι ΗΠΑ εγκαινιάζουν τη «νέα τάξη πραγμάτων» στην Μέση Ανατολή, ενώ ήδη έχουν φέρει εις πέρας μαζί με τους ευρωπαίους εταίρους τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την κατασκευή προτεκτοράτων στην περιοχή.

Ας δούμε, όμως, τι σημειώνει, εκτός πολλών άλλων, επί του θέματος ο νυν υπουργός εξωτερικών του τουρκικού κράτους Αχμέτ Νταβούτογλου: «Με την κρίση του Κόλπου επιχειρήθηκε αρχικά να καθυστερήσουν οι εκδηλώσεις αντίδρασης των μαζών, οι οποίες υφίσταντο πιέσεις από καθεστώτα τύπου παραδοσιακής μοναρχίας και γραφειοκρατικής δικτατορίας, και εμφάνισης εναλλακτικών αναζητήσεων βασισμένων σε ευρεία πολιτική συμμετοχή και παρόμοιων εκείνων της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ αργότερα αυτές είτε εξουδετερώθηκαν, είτε διοχετεύθηκαν προς άλλες κατευθύνσεις. Πριν την κρίση του Κόλπου, η διάδοση αναζητήσεων περί νέων πολιτικών πεδίων νομιμοποίησης βασιζόμενων σε μαζική συμμετοχή σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής, με κυριότερες την Ιορδανία και την Τυνησία, αποτελούσε μια σοβαρή απειλή για την νεοαποικιακή συγκρότηση. Με την εκδήλωση της κρίσης του Κόλπου τη θέση αυτών των αναζητήσεων έλαβαν εκ νέου οι γραφειοκρατικές δικτατορίες και οι μοναρχίες».(4)

Η αφετηρία, λοιπόν, των «ειρηνευτικών» συνομιλιών για το παλαιστινιακό έπεται του πρώτου πολέμου στον Κόλπο.(5)

Με την συμφωνία του Όσλο το 1993, που υπογράφηκε στον κήπο του Λευκού Οίκου τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου με οικοδεσπότη τον Μ. Κλίντον, το ισραηλινό κράτος, που εκπροσωπήθηκε από τον Γιτζάκ Ράμπιν, αναγνώρισε κατ’ αρχήν τους «τρομοκράτες» της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) με επικεφαλής τον Γιάσερ Αραφάτ, ενώ η PLO αναγνώρισε με την σειρά της την ύπαρξη του ισραηλινού κράτους, εξαφανίζοντας από τον καταστατικό της χάρτη την απαίτηση για την καταστροφή του. Η παλαιστινιακή αρχή, που συγκρότησε μια αστυνομική δύναμη 30.000 ανδρών, ανέλαβε τον έλεγχο του 45% των εδαφών της Δυτικής Όχθης που κατέλαβε το ισραηλινό κράτος το 1967 και χωρίστηκαν με την συμφωνία αυτή σε τρεις ζώνες. Ανέλαβε, επίσης, τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας. Στα εδάφη που ορίστηκαν ως δεύτερη ζώνη, οι παλαιστίνιοι θα είχαν την πολιτική εξουσία, ενώ το ισραηλινό κράτος θα είχε την ευθύνη της ασφάλειας της, όσο για την τρίτη ζώνη, η οποία περιελάμβανε εδάφη που είχαν εποικιστεί, θα παρέμενε υπό ισραηλινή εξουσία. Η Παλαιστινιακή αρχή ανέλαβε και ορισμένες άλλες υποχρεώσεις ως αντάλλαγμα, όπως το «καθήκον» να συλλαμβάνει σημαντικά στελέχη «τρομοκρατικών» οργανώσεων και να διακόψει την αντιισραηλινή προπαγάνδα.

Στην διάσκεψη του Καμπ Ντέιβιντ, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2000, συμμετείχαν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μ. Κλίντον, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Εχούντ Μπάρακ και ο επικεφαλής της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) Γιάσερ Αραφάτ.

Αν κάτι έχει σημασία από την διάσκεψη αυτή δεν είναι, αυτή τη φορά, η αναγνώριση του «τρομοκράτη» Αραφάτ από ΗΠΑ και Ισραήλ ή αντίστοιχα η εκ μέρος του αναγνώριση των συνομιλητών του, αλλά η ολοφάνερη βούληση και των δύο πλευρών να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις, ύστερα από μια ακόμη επίδειξη ισχύος και σφαγών από τους ισχυρότερους και έντασης της ένοπλης αντίστασης, αλλά και της εξέγερσης (ιντιφάντα) από τον ασθενέστερο. Το πάγωμα των διαπραγματεύσεων, το φθινόπωρο του 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ, που αφορούσε και το τελικό καθεστώς των Ιεροσολύμων, εξασφαλίστηκε με την προβοκατόρικη επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν (καταχωρημένος στην μνήμη των παλαιστίνιων –και όχι μόνο– ως υπεύθυνος για τις σφαγές αμάχων στα προσφυγικά στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα το 1982) στο ιερό τέμενος για τους μουσουλμάνους αλ-Ακτσά. Η βίαιη διακοπή των διαπραγματεύσεων ήταν επιθυμητή και για την παλαιστινιακή πλευρά, καθώς η διαπραγμάτευση του ζητήματος της Ιερουσαλήμ (ιερού τόπου για τους μουσουλμάνους) ήταν πολύ πάνω από την «δικαιοδοσία» του Αραφάτ, σε ένα ζήτημα ταμπού για τον αραβικό μουσουλμανικό κόσμο.

Στη γλώσσα, λοιπόν, της διπλωματίας η κορύφωση της «έντασης» είναι ελεγχόμενη, ενώ η υποχώρηση της «κρίσης» αποτελεί φυσική εξέλιξη της «σύγκρουσης».

Ακτιβισμός, ΜΚΟ και κυριαρχικές επιδιώξεις

Προτού περάσουμε στα πρόσφατα γεγονότα θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση. Ο όρος ακτιβισμός ή ακτιβιστής έχει καθιερωθεί για να χαρακτηρίσει έναν τρόπο κοινωνικής δραστηριοποίησης, που θέλει να δηλώσει το πέρασμα στην ενεργητική αντίθεση απέναντι σε ορισμένες πολιτικές της εξουσίας. Οι ακτιβιστές δεν είναι και ούτε μπορούν να συγχέονται με τους αναρχικούς, αφού, σε αντίθεση με τους τελευταίους, στοχεύουν στο να ακουστούν από κάποια τουλάχιστον κέντρα εξουσίας, που είναι δεκτικά σε τέτοιου τύπου αλλαγές. Θέλουν να πετύχουν, λοιπόν, κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς, όπως λόγου χάρη τη μείωση των ρύπων, ή την αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού, την υπεράσπιση διαφόρων «μειονοτήτων» ή τη μείωση των τιμών σε διάφορα προϊόντα, την καταπολέμηση της φτώχειας ή των ασθενειών στον λεγόμενο τρίτο κόσμο κλπ. Πολλές φορές, αυτές οι αλλαγές βρίσκονταν ήδη στην ατζέντα διαφόρων πολιτικών ελίτ ή ακόμα και συνασπισμών κρατών, που προτιμούν να προβάλλεται η υλοποίησή τους ως αποδοχή αιτημάτων διαφόρων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, που φέρνουν τα ζητήματα στην επικαιρότητα, διεκδικώντας την συμπάθεια της «κοινής γνώμης», αλλά και την κατοχύρωση των «αγνών» τους προθέσεων. Ακτιβιστές, όπως είπαμε, ονομάζονται και μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων (λ.χ. η GreenPeace), που σε πολλές περιπτώσεις έχουν χάσει ακόμα και την ζωή τους σε αποστολές ενάντια σε φαλαινοθηρικά ή σε πλοία μεγάλων εταιρειών, που προκαλούν τεράστια οικολογική καταστροφή. Το ότι δίνει, όμως, κάποιος την ζωή του για κάτι που πιστεύει, το ότι επιδεικνύει αυταπάρνηση, δεν εξωραΐζει αυτομάτως τον σκοπό για τον οποίο δραστηριοποιείται, ούτε καθιστά κοινωνικά απελευθερωτική την προσπάθεια στην οποία συμμετείχε.

Είναι, επίσης, γνωστή η τακτική πληθώρας κρατών που έχουν οργανώσει, συμμετάσχει ή αποκομίσει διάφορα οφέλη από ανθρωποσφαγές σε τόσα και τόσα σημεία του πλανήτη, να διοργανώνουν ή να διευκολύνουν κατόπιν την αποστολή «ανθρωπιστικών» οργανώσεων για να απαλύνουν τον πόνο και την δυστυχία των θυμάτων τους. Εξ ίσου «συγκινητικό» είναι και το ενδιαφέρον τους για την ανοικοδόμηση, όσων καταστράφηκαν κατά την διάρκεια των «ευγενών» πολέμων τους.

Θα ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμα.

Το γεγονός ότι πίσω από ΜΚΟ βρίσκονται κρατικά συμφέροντα δεν σημαίνει ότι όσοι συμμετέχουν σε τέτοιες προσπάθειες είναι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών του τάδε ή του δείνα κράτους, και έχουν καλά και ντε ιδιοτελή συμφέροντα. Θα ήταν, λοιπόν, τουλάχιστον ανόητος κάποιος να πιστεύει ότι όσοι γιατροί έχουν σπεύσει να συνδράμουν άρρωστα παιδιά στην Αφρική υπό την αιγίδα ΜΚΟ έχουν στρατολογηθεί από την CIA ή τη Μοσάντ, κάτι που δεν σημαίνει από την άλλη πλευρά ότι μπορεί κάποιος να επικαλείται άγνοια του τρόπου εμπλοκής κρατών σ’ αυτές.

Ο «Στολίσκος της Ελευθερίας» και οι στρατηγικές εξουσίας

Ας έρθουμε, όμως, στην περίπτωση των 700 επιβαινόντων στον «Στολίσκο της Ελευθερίας», οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν και αυτοί ακτιβιστές.

Έχει γραφεί κατά κόρον ότι η «νίκη» των ακτιβιστών ήταν διασφαλισμένη, αφού αν κατόρθωναν να φθάσουν στο λιμάνι της Γάζας, θα έσπαγαν τον αποκλεισμό, ενώ εάν τους σταματούσαν οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις δια της βίας και μάλιστα με αιματηρή κατάληξη, θα μετατρέπονταν σε μάρτυρες κερδίζοντας την διεθνή συμπάθεια, ξεσηκώνοντας την κατακραυγή ενάντια στο ισραηλινό κράτος.

«Η πολιορκία θα αρθεί σε κάθε περίπτωση. Αν ο στόλος φτάσει στη Γάζα αυτό θα αποτελέσει μια νίκη και για τη Γάζα και για τους ακτιβιστές που βρίσκονται στα πλοία. Αν πάλι μπλοκαριστεί από πειρατές κι αυτό θα είναι νίκη, διότι το κράτος του Ισραήλ θα αντιμετωπίσει ένα πολιτικό σκάνδαλο σε διεθνές επίπεδο», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο παλαιστίνιος πρωθυπουργός Ισμαήλ Χανίγια πριν την αναχώρηση της αποστολής. Όπως είναι γνωστό, το ισραηλινό κράτος είχε κατηγορηματικά δηλώσει ότι θα σταματούσε τα πλοία, θα τα οδηγούσε σε ισραηλινό λιμάνι, όπου θα έλεγχε το φορτίο τους και κατόπιν θα φρόντιζε για την μεταφορά της βοήθειας οδικώς στη Γάζα.

Η τουρκική αποστολή οργανώθηκε από το Ίδρυμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας Insani Yardim Vakfi, IHH, που έχει στενές σχέσεις με την τουρκική κυβέρνηση και το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.(6) Το τουρκικό πλοίο «Mavi Marmara» –στο οποίο επέβαιναν 580 άτομα–, η ναυαρχίδα του «Στολίσκου της Ελευθερίας», παραχωρήθηκε για τον συγκεκριμένο σκοπό από τον Δήμο Κωνσταντινούπολης, και ήταν εξοπλισμένο με ισχυρό τηλεπικοινωνιακό σύστημα με δυνατότητα μεταφοράς ήχου και εικόνας.

Δεν χωρά, λοιπόν, καμία αμφιβολία ότι μια αναβαθμισμένη τουρκική αποστολή και μάλιστα κάτω από την φανερή αιγίδα του τουρκικού κράτους, παράπεμπε και στην υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων. Παρ’ όλα αυτά, Τούρκοι κυβερνητικοί βουλευτές και ευρωβουλευτές αποσύρθηκαν από την αποστολή την «τελευταία στιγμή» ύστερα από τις κατάλληλες νουθεσίες. Θα σημειώσουμε, επίσης, ότι το κυπριακό κράτος απαγόρευσε την επιβίβαση στον βουλευτή του Πασοκ Οδυσσέα Βουδούρη, στον βουλευτή του Σύριζα Τάσο Κουράκη, στον ευρωβουλευτή του κυβερνώντος κόμματος (ΑΚΕΛ) Κυριάκο Τριανταφυλλίδη και ακόμη σε έναν σουηδό βουλευτή, τρεις ιρλανδούς και σ’ έναν βούλγαρο. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι ορισμένοι βουλευτές επιβιβάστηκαν σε πλοία του «στόλου της Ελευθερίας» στο λιμάνι της Αμμοχώστου (της κατεχόμενης από την Τουρκία πλευράς της Κύπρου), ενώ ένα ακόμα πλοίο, που παρουσίασε τεχνικό πρόβλημα, με γερμανούς επιβάτες, επίσης κατέπλευσε στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Η ενέργεια αυτή του κυπριακού κράτους ήταν απλά μια ακόμη επιβεβαίωση της στενής του συνεργασίας με το ισραηλινό κράτος σε όλα τα επίπεδα (το 2008 ο τότε πρόεδρος Παπαδόπουλος ετοιμαζόταν να προσφέρει την τεχνογνωσία ρωσικών πυραύλων στην ισραηλινή πλευρά ως συνέχεια και επικύρωση των στενών σχέσεων των δύο κρατών). Η παρουσία, βέβαια, ακτιβιστών βουλευτών ή και ευρωβουλευτών δεν μπορεί να νοηθεί μόνο ως ασπίδα για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, αλλά σαφώς προσδιορίζει και σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του εγχειρήματος.

Η τουρκική αποστολή, λοιπόν, είχε προετοιμαστεί και στόχευε στην σύγκρουση κατά την στιγμή της ισραηλινής επέμβασης, κάτι που επίσης, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε συμφωνηθεί να γίνει από τους επιβάτες κανενός άλλου πλοιαρίου, που είχαν συμφωνήσει να κρατήσουν παθητική στάση απέναντι στην ισραηλινή επέμβαση. Ως εκ τούτου, κανείς δεν μπορεί να κρύψει ότι είχε γίνει αποδεκτή αυτή η «αρμοδιότητα» της τουρκικής αποστολής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ήδη, από την παραμονή του απόπλου, σε συνέντευξη του ο επικεφαλής του τουρκικού Ιδρύματος Ανθρωπιστικής Βοήθειας Insani Yardim Vakfi, IHH, είχε δηλώσει ότι πρόκειται για ιερή θρησκευτική αποστολή και ότι υπάρχουν διατεθειμένοι συμμετέχοντες στην τουρκική αποστολή να γίνουν μάρτυρες για τον σκοπό αυτό.

Το τουρκικό κράτος, μετά και την αιματηρή επέμβαση των ισραηλινών κομάντος με αποτέλεσμα την δολοφονία εννέα τούρκων ακτιβιστών, προβλήθηκε ως υπερασπιστής των συμφερόντων των παλαιστινίων, ενώ το ισραηλινό ως ο «αδέξιος ταραχοποιός της Μέσης Ανατολής», για τους «φιλειρηνιστές» και δημοκράτες της Δύσης. Στις 7 Ιουνίου, στη διακρατική σύνοδο για την ασφάλεια στην Ασία, ο Ερντογάν, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι «είναι απαραίτητο η Χαμάς και η Αλ Φατάχ να είναι υπέρ της ειρήνης. Η Χαμάς μας εξουσιοδοτεί και επιζητεί λύση. Θα συνομιλήσουμε και με την Αλ Φατάχ», ενώ τονίζει, επίσης, ότι «ήταν λάθος να χαρακτηριστεί η Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση».

Αυτήν ακριβώς την επιθυμία για εμπλοκή στις «ειρηνευτικές» συνομιλίες εξέφρασε ήδη πριν λίγα χρόνια και ο υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας Νταβούτογλου: «Η ειρηνευτική διαδικασία της Μέσης Ανατολής, που ξεκίνησε στα πλαίσια μιας τέτοιας συγκυρίας, επηρέασε αρνητικά τις τουρκοαραβικές σχέσεις. Η μη συμμετοχή της Τουρκίας στον πυρήνα τής εν λόγω διαδικασίας και η μη πρόσκλησή της ως ενεργό μέλος στις διαπραγματεύσεις, κυρίως στον οικονομικό τομέα τής εν λόγω διαδικασίας, αποδυνάμωσαν την επιρροή της Τουρκίας στην περιοχή. Η σύναψη στενών σχέσεων με το Ισραήλ στην κατάλληλη συγκυρία, που πρόσφερε η ειρηνευτική διαδικασία αντί της στροφής προς τα σχέδια, που θα κάλυπταν όλη την περιοχή, έτσι ώστε η Τουρκία να εξαλείψει την εν λόγω αδυναμία, έφερε στην επιφάνεια τον ακήρυχτο πόλεμο στις τουρκοαραβικές σχέσεις».

Η στόχευση, λοιπόν, είναι φανερή. Αυτό δεν πρέπει, όμως, να μας κάνει να ξεχνάμε ότι το τουρκικό κράτος είναι ένα παραδοσιακός σύμμαχος του ισραηλινού, εδώ και εξήντα χρόνια, με σημαντικές εμπορικές και στρατιωτικές σχέσεις. Την περίοδο που διανύουμε είναι ενδεικτική η δραστηριοποίηση σημαντικών κατασκευαστικών ομίλων τουρκικών συμφερόντων στο Ισραήλ, ενώ υπό διαπραγμάτευση ήταν, μέχρι πρό τινος, η κατασκευή αγωγού για την προμήθεια νερού στο Ισραήλ. Το τουρκικό κράτος υποστήριξε θερμά την ένταξη του ισραηλινού στον ΟΟΣΑ, ενώ μόνο για το τρέχον έτος ο κοινός σχεδιασμός στο τομέα των ένοπλων δυνάμεων περιελάμβανε τρεις στρατιωτικές ασκήσεις που ακυρώθηκαν μετά τα γεγονότα. Γι’ αυτό είναι κάτι σαν το κουτόχορτο για αδαείς τα επιχειρήματα που λένε ότι «η δημιουργία δικτύου αλληλεγγύης στον λαό της Γάζας» οδήγησε σε κρίση τον «βασικό άξονα της δυτικής ηγεμονίας στην περιοχή, τον άξονα Τουρκίας-Ισραήλ». Οι λυκοφιλίες των εξουσιαστών προσδιορίζονται και προσαρμόζονται πάνω σε αμοιβαία συμφέροντα και παρεκκλίνουν εκεί που αυτά «απομακρύνονται» έστω και για λίγο.

Το «νέο στρατηγικό περιβάλλον», όμως, για το τουρκικό κράτος δεν αρχίζει και τελειώνει στην Μέση Ανατολή, αλλά εντάσσει τη συγκεκριμένη περιοχή έτσι όπως αυτή συνδέεται εκ νέου, τόσο με τα Βαλκάνια, όσο και με τον Καύκασο.

Στα τέλη Μαΐου, η αλβανική βουλή έλαβε την απόφαση να δοθεί άδεια εισόδου και προσωρινής παραμονής στα αλβανικά χωρικά ύδατα σε πέντε τουρκικά πλοία, μεταξύ των οποίων δύο φρεγάτες με πλήρωμα 1125 άτομα. Πρόκειται για μια σημαντική παρουσία του τουρκικού κράτους στην Αδριατική και στο Ιόνιο. Μεταξύ άλλων λιμανιών θα αγκυροβολήσουν στο λιμάνι Bisht Palla στο Δυρράχιο. Πρόκειται για ένα λιμάνι, την αναβάθμιση του οποίου είχε αρχικά συμφωνήσει να αναλάβει το ελληνικό κράτος, διαθέτοντας τα απαραίτητα κονδύλια, πράγμα που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Το τουρκικό κράτος, επίσης, έχει ήδη αναλάβει τον εκσυγχρονισμό της ναυτικής ακαδημίας στον Αυλώνα, τον εκσυγχρονισμό της επισκευαστικής μονάδας του Ναυτικού στο Pashaliman του Αυλώνα, τον εκσυγχρονισμό του αεροδρομίου στο Kucove και του εργοστασίου πυρομαχικών το Polican.

Στις 2 Μαΐου, το τουρκικό κράτος συνυπογράφει με το ρωσικό συμφωνία κατασκευής, από την ρωσική εταιρεία Atomstroiexpont, του πρώτου πυρηνικού σταθμού με τέσσερις πυρηνικούς αντιδραστήρες στις τουρκικές ακτές της Μεσογείου. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, ανακοινώνονται και οι συμφωνίες με Ιράν-Βραζιλία για συνεργασία στην χρήση «ειρηνικής» πυρηνικής ενέργειας, την ώρα που οι ΗΠΑ έχουν βαλτώσει στο Αφγανιστάν, ενώ στο Ιράκ το αντάρτικο αναζωπυρώνεται.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην ισραηλινή επίθεση που εκδηλώνεται στις 4.50 τα ξημερώματα, 70 ναυτικά μίλια μακριά από το λιμάνι της Γάζας, με τους ισραηλινούς κομάντος να προσεγγίζουν με φουσκωτά τον στολίσκο, αλλά και να πραγματοποιούν απόβαση κατεβαίνοντας με σχοινιά από ελικόπτερα. Κατά την απόβαση στο τουρκικό πλοίο της αποστολής αντιμετωπίζονται με πυροβολισμούς όσοι οργανωμένα προσπάθησαν να αντισταθούν, ενώ πολλοί από τους δολοφονημένους έχουν δεχθεί σφαίρες σχεδόν εξ επαφής στο κεφάλι. Η επιχείρηση, φυσικά, δεν θα μπορούσε παρά να έχει σχεδιαστεί από κοινού με τις ΗΠΑ. Οι κτηνωδίες του ισραηλινού κράτους συνεχίζονται με λιντσαρίσματα των συλληφθέντων, βασανισμούς και ηλεκτροσόκ, ακόμα και «καταπραϋντικές» ενέσεις σ’ όσους αντιστέκονταν.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι το αποτέλεσμα ήταν προϊόν κακής οργάνωσης και σχεδιασμού ή το πολύ-πολύ αλαζονείας που οδήγησε σε μια «μη αναγκαία αιματοχυσία» εκ μέρους της ισραηλινής στρατιωτικής ή πολιτικής ηγεσίας. Εμείς θα μιλήσουμε ξεκάθαρα για επιλογή της αιματοχυσίας εκ μέρους του ισραηλινού κράτους. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν την ύπαρξη εγγράφου, που περιέχει λίστα θανάτου συγκεκριμένων ατόμων που είχαν υποδειχθεί στους κομάντος που επιτέθηκαν στην τουρκική αποστολή.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, η ισραηλινή πλευρά γνώριζε καλά ποιοι ήταν οι επιβαίνοντες σε κάθε πλοίο, όπως γνώριζε και τις προθέσεις τους. Δεν υπάρχει, λοιπόν, σε καμία περίπτωση, η πιθανότητα του αιφνιδιασμού. Αυτό ακριβώς ήθελε να καταδείξει και ο ισραηλινός Υφυπουργός άμυνας Ματάν Βιλνάι, όταν δήλωσε ότι: «Οι στρατιώτες αντέδρασαν όπως έπρεπε. Θεωρούσαν ότι είχαν να κάνουν με υπέρμαχους ενός ανθρωπιστικού σκοπού, αλλά, τελικά, είχαν να κάνουν με αλήτες. Δεν σκοτώθηκαν εννέα ειρηνιστές, αλλά εννέα αλήτες». Η αιματηρή επέμβαση και η δολοφονία των 9 τούρκων ακτιβιστών έρχεται να μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων εν γνώσει όλων των εμπλεκομένων μερών, μη εξαιρούμενων των επιβατών του «Στολίσκου της Ελευθερίας». Η μη ένδειξη υποχωρητικότητας και μάλιστα με τόσο βίαιο τρόπο εκ μέρους του ισραηλινού κράτους, έρχεται να εγγράψει τις προθέσεις του για την συνέχεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι διατεθειμένο να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με το φιλόδοξο, και όχι μόνο σ’ αυτόν τον τομέα, τουρκικό κράτος. Ούτε, βέβαια, θεωρούνται αμελητέες οι εξελίξεις που συνδέονται με την μελλούμενη διαδοχή του καθεστώτος Μουμπάρακ, αλλά αντίθετα είναι στρατηγικής σημασίας για το Ισραήλ, καθώς παραδοσιακά δίνει μεγάλη βαρύτητα στην συμμαχία του με το αιγυπτιακό κράτος και το τουρκικό και όχι τόσο με τον Λίβανο και την Ιορδανία. Το αιγυπτιακό κράτος, φυσικά με την σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ, ανοίγει, μετά το αιματοκύλισμα της τουρκικής αποστολής, επ’ αόριστον τα σύνορα του με την Γάζα τα οποία διασχίζουν χιλιάδες παλαιστίνιοι, ενώ ταυτόχρονα προωθούνται τόνοι ιατρικών προμηθειών, τροφίμων και διαφόρων υλικών.

Θα προσθέσουμε, ακόμα, ότι την ίδια ημέρα της ισραηλινής αιματηρής επέμβασης, πραγματοποιείται επίθεση κούρδων ανταρτών με ρουκέτες στο λιμάνι της Αλεξανδρέττας (όρια Τουρκίας-Συρίας) με αποτέλεσμα ο τουρκικός στρατός να χάσει επτά στρατιώτες, ενώ λίγες ημέρες πριν προετοιμαζόταν ο απόπλους τριών ισραηλινών υποβρυχίων γερμανικής κατασκευής εξοπλισμένων με πυραύλους Κρουζ, που διαθέτουν πυρηνικές κεφαλές, προς τον κόλπο κοντά στις ιρανικές ακτές.

Μετά τη «διεθνή κατακραυγή», το ισραηλινό κράτος επιτρέπει να μεταφερθούν πατατάκια, αναψυκτικά και μαρμελάδες στη Γάζα, ενώ απέστειλε ιστιοφόρα να διαμαρτυρηθούν για την κατοχή της Κύπρου. Από κοντά και το ιρανικό κράτος που αποφασίζει να στείλει και αυτό πλοία με τρόφιμα και φάρμακα ανάμεσα τους και ένα νοσοκομειακό πλοίο, ενώ πλοία ετοιμάζουν και ισραηλινές ειρηνιστικές οργανώσεις.

Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν αποτελεί ή όχι τραγέλαφο η επίδειξη μιας φρούδας επαναστατικότητας που ζητά την επιστροφή των πλοίων, που κατακρατά το ισραηλινό κράτος, μέσα από κινηματικές διαδικασίες, ενώ λίγο πριν δεν είχε καμία αντίρρηση να θεωρεί ως συναγωνιστές βουλευτές, αλλά και ολόκληρα κράτη που μπορεί βέβαια να «παίζουν τα παιχνιδάκια τους», αλλά «ασκούν πίεση στο Ισραήλ». Τουλάχιστον ηχεί πιο ειλικρινής, όσο και να διαφωνούμε, μια τοποθέτηση που ομολογεί ότι «Προσπαθούμε να επιταχύνουμε την διπλωματία» με τέτοιες αποστολές, οπότε και η επίκληση του διεθνούς δικαίου τοποθετείται ανοικτά και ξάστερα στην βάση του εφικτού «προγράμματος σύγκλισης» με όποια συμφέροντα κρατών το επιτρέπουν.

Αλλά τι να καταλάβουμε και εμείς οι φτωχοί αναρχικοί από επαναστατικά μέτωπα, έχουν και αυτά τα μαλιοτραβήγματά τους….

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 96, Ιούλιος-Αύγουστος 2009

——————————————

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. «Πιο ευλογοφανείς είναι οι προσπάθειες να συνδεθεί η λέξη με την έννοια του νομαδισμού. Αυτό έγινε με πολλούς τρόπους. Τη συνέδεσαν με την εβραϊκή λέξη «’Αrabha» –σκοτεινή γη ή στέπα– ή πάλι με την εβραϊκή λέξη «’Εrebh» –ανοργάνωτη ζωή, σ’ αντίθεση με την οργανωμένη κι όλο τάξη ζωή των μονίμως εγκαταστημένων κοινοτήτων, την οποία απέρριπταν και περιφρονούσαν οι νομάδες». Bernand Lewis, Η Ιστορία των Αράβων.

2. Σύμβουλος επί θεμάτων εθνικής ασφαλείας του προέδρου των ΗΠΑ από το 1977 έως το 1981, Σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικής και Διεθνών Μελετών και καθηγητής στο μάθημα Εξωτερικής Πολιτικής σε Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον.

3. «Τα παλαιστινιακά στρατόπεδα στο Λίβανο, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, είχαν αντικατασταθεί από εκείνα των υπέρμαχων του τζιχάντ της πόλης Πεσαβάρ στη φαντασία της επόμενης γενιάς, και οι οικονομικές προτεραιότητες τής υποστήριξης των πετρελαϊκών αραβικών χωρών το είχαν αποτυπώσει αυτό, όπως παραπονιόταν ένα ηγετικό στέλεχος της ΟΑΠ, που θα ήταν ευχαριστημένο η οργάνωσή του να έπαιρνε «ακόμα και 10% της βοήθειας που πάει στους μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν». Όμως το ξέσπασμα της Ιντιφάντα αλλάζει αυτήν την οπτική: επιτρέπει σε ισλαμιστές να έχουν πρόσβαση σε μια πιο μεγάλη δημοσιότητα σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη, ιδιαίτερα στην Γάζα. Η ΟΑΠ χάνει το μονοπώλιό της στην συμβολική αντιπροσώπευση των Παλαιστινίων –και θα χρειαστεί να αγωνιστεί σκληρά για να διατηρήσει την ηγεμονία της». Ζιλ Κεπέλ, Τζιχάντ, Ο Ιερός Πόλεμος.

4. Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στραγηγικό Βάθος, Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας.

5. «Ο δεύτερος πόλεμος στην περιοχή του Κόλπου, σε συνδυασμό με την μείωση της επιρροής των Σοβιετικών στην Μέση Ανατολή, ενθάρρυνε τις ΗΠΑ να αναζητήσουν ένα συνολικό πλαίσιο επίλυσης του παλαιστινιακού προβλήματος. Η Ουάσιγκτον επιδίωξε να εξευμενίσει τον αραβικό κόσμο, εκφράζοντας την αντίθεσή της στον εποικισμό των παλαιστινιακών εδαφών και στηρίζοντας την πρόταση που προέβλεπε την αποχώρηση των Ισραηλινών από τα κατεχόμενα έναντι του τερματισμού των συγκρούσεων. Επιπλέον, εξασφάλισε τη συμμετοχή του Ισραήλ σε μια ειρηνευτική διάσκεψη μέσω μιας σειράς παραχωρήσεων, όπως η διαβεβαίωση ότι θα εμποδίσει με κάθε τρόπο την ανακήρυξη ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, αλλά και μεθόδων πίεσης, όπως η καθυστέρηση χρηματοδότησης της μετεγκατάστασης των Εβραίων από τη Σοβιετική Ένωση, που ανερχόταν σε 10δις δολάρια […] Μετά από πολλές φιλονικίες, η διάσκεψη ξεκίνησε το 1991 στην Μαδρίτη και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ουάσιγκτον, όπου η διαφωνία επί του ζητήματος των συμμετεχόντων εμπόδισε κάθε πρόοδο […] Η δολοφονία του ηγέτη της Χεζμπολάχ, Αμπάς Μουσάβι, από ισραηλινούς πράκτορες στο Λίβανο στις αρχές του 1992, επιδείνωσε την κατάσταση και δημιούργησε νέα προβλήματα στην προσπάθεια προσέγγισης των δύο πλευρών». Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική 1945-2000, Ο Δρόμος για την δημιουργία Παλαιστινιακού Κράτους.

6. «Όσο για την τουρκική ανθρωπιστική οργάνωση ΙΗΗ, ασφαλώς ενισχύεται από την τουρκική κυβέρνηση και εντάσσεται στο κίνημα του μετριοπαθούς ισλαμισμού. Αλλά την σύνδεση της με την Αλ Κάιντα που επιχείρησαν ο Νετανιάχου και ο Κόλμαν δεν την συμμερίζεται ούτε καν η κυβέρνηση των ΗΠΑ…». Ελευθεροτυπία, 13-6-2010, Ο «Ιός» της Κυριακής.

Both comments and trackbacks are currently closed.