Η δράση των αναρχικών ύστερα από το τέλος της Κοινωνικής Επανάστασης στην Ισπανία και ο Φραντσίσκο Σαμπατέ (Μέρος Β΄)

Τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού πολέμου  κατά τη διάρκεια της περιόδου 1939-1960

 Οι ένοπλες ομάδες ήταν αποφασισμένες και γνώριζαν πολύ καλά τη σημασία της ένοπλης δράσης ενάντια στο κράτος ιδιαίτερα στις συνθήκες που υπήρχαν. Καταλάβαιναν βέβαια πως η εγκατάλειψη της ένοπλης δράσης από τις γνωστές οργανώσεις έκανε πιο δύσκολο το άπλωμα των κοινωνικών απελευθερωτικών δραστηριοτήτων μέσα στον κοινωνικό χώρο. Ήθελαν όμως να αποδείξουν έμπρακτα τη λαθεμένη θέση των γνωστών αναρχοσυνδικαλιστικών και μη οργανώσεων. Η διανομή αναρχοσυνδικαλιστικών κειμένων θα περιοριστεί στην Καταλονία.

Η σημαντικότερη δυσκολία για τις ομάδες δράσης ήταν η σχέση τους με τις ομάδες του εσωτερικού της χερσονήσου. Δυσκολία που δημιούργησε εμπόδιο στην εξέλιξη του ανταρτοπόλεμου. Οι ομάδες δράσης συνέχισαν τον αγώνα στην πόλη, που γι’ αυτές δεν είχε σταματήσει ποτέ. Οι περισσότεροι από τους αντιτιθέμενους στο καθεστώς,  που βρίσκονταν στο εσωτερικό της χερσονήσου, από το 1953 θεωρούσαν ότι «ο πόλεμος ενάντια στο κράτος έπρεπε να αναπτυχθεί στη βάση της συμμετοχής του λαού». Ας σημειωθεί, μάλιστα, πως αυτό έγινε τη στιγμή που οι ΗΠΑ σύναψαν διπλωματικές σχέσεις με την Ισπανία.

Ο κυριότερος εχθρός του ένοπλου αγώνα ήταν η Εθνοφρουρά. Ο αριθμός των φρουρών ήταν εντυπωσιακός. Όχι μόνο στα σύνορα και στο εσωτερικό του ισπανικού χώρου αλλά επίσης και στην Τουλούζη της Γαλλίας, όπου συνεδρίαζε η CNT-εξορίας. Το Ισπανικό κράτος μπορούσε να έχει πληροφορίες για το πέρασμα των ομάδων στο έδαφός του χάρη και στη συνεργασία της Γαλλικής αστυνομίας, που γινόταν ολοένα και πιο στενή.

Στην αρχή, η καταστολή της Γαλλικής κυβέρνησης απέναντι στους κοινωνικούς αντάρτες ήταν λιγότερο έντονη εξαιτίας της αντιφασιστικής δραστηριότητας των ομάδων και τη συμμετοχή στον αγώνα των Γάλλων ανταρτών.

Η αρχή του ψυχρού πολέμου τροποποιεί τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας. Η δραστηριότητα των αντιφασιστικώνευρωπαϊκών ομάδων ενάντια στο καθεστώς του Φράνκο αλλάζει τη στάση της Γαλλικής αστυνομίας απέναντι στους αντάρτες. Η συνεργασία ανάμεσα στη Γαλλική και την Ισπανική αστυνομία αναπτύσσεται, οι πληροφορίες για το πέρασμα των ομάδων δράσης από τα Πυρηναία, ο εντοπισμός των ανταρτών γίνεται τόσο από τη Γαλλική όσο και απ’ την Ισπανική αστυνομία.

Η εθνοφρουρά για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τους αντάρτες δημιούργησε τα ειδικά σώματα καταπολέμησης των ανταρτών από ομάδες καλοπληρωμένων δολοφόνων και χαφιέδων. Οι έμμισθοι δολοφόνοι των σωμάτων αυτών προσπαθούσαν να διεισδύσουν στις βάσεις στήριξης του ανταρτοπόλεμου με σκοπό να τις καταστρέψουν από τα μέσα. Τα σώματα αυτά πραγματοποίησαν πολλές ενέργειες που στρέφονταν κατά του ανταρτοπόλεμου. Η δράση τους είχε σα στόχο να δημιουργήσει στον κοινωνικό χώρο ένα κλίμα ανασφάλειας (πράγμα που σε ορισμένο βαθμό πέτυχε) προκαλώντας σε αρκετές περιπτώσεις ένα διαχωριστικό κλίμα απέναντι στους αναρχικούς κοινωνικούς αντάρτες.

Από την άλλη, οι ζώνες περάσματος των ανταρτών, η έξοδος από τη Βαρκελώνη βρίσκονταν όλο και περισσότερο κάτω από την κρατική επιτήρηση. Οι ένοπλες περιπολίες των φασιστών δημιούργησαν γύρω από τη Βαρκελώνη ένα κλοιό καταστολής, που δεν επέτρεπε στους αντάρτες να πλησιάσουν στις βάσεις τους, να μεταφέρουν υλικό και να ενισχύσουν τις ομάδες δράσης. Σ’ αυτούς τους εχθρούς των αντάρτικων μαχητικών ομάδων θα πρέπει να προστεθούν η διεθνής αστυνομία, οι φαλαγγίτες και άλλες φασιστικές ομάδες.

Παρ’ όλα αυτά οι αντάρτικες ομάδες δράσης αποδείκνυαν έμπρακτα πως η ειρήνη, που προέβαλε το φασιστικό καθεστώς υπό τον Φράνκο, δεν ήταν αποδεκτή από την κοινωνία σε αντίθεση με τους κρατικούς ισχυρισμούς που προβάλλονταν μέσα από τα ΜΜΕ.

Η έλλειψη των υλικών μέσων για τις απαλλοτριώσεις και το γεγονός ότι δεν είχαν την υποστήριξη της CNT – εξορίας, (η οποία όντας ένας από τους νεκροθάφτες της κοινωνικής επανάστασης στην Ισπανία, συνέχιζε να κολυμπά στα βρώμικα νερά της πολιτικής και της αδράνειας) εξασθένιζε τις δυνατότητες τους ως προς την αντιμετώπιση των κατηγοριών που τους απεύθυναν πολλές αντιφασιστικές ομάδες, κατηγορίες οι οποίες ήταν παρόμοιες μ’ αυτές που προέβαλε το Φρανκικό καθεστώς.

Ο αγώνας που αναπτύχθηκε ήταν αποτέλεσμα μιας συνεχούς και συνεπούς δράσης όλων αυτών των ανθρώπων.Οι ένοπλες ομάδες δράσης της μεταπολεμικής περιόδου έδωσαν όλη την ικμάδα τους στον κοινωνικό απελευθερωτικό αγώνα, απέναντι σε μια

από τις πλέον στυγνές εκφράσεις του κρατισμού. Πολλές από τις ενέργειες τους θα μείνουν παραγνωρισμένες και συκοφαντημένες, αλλά αυτό που φαίνεται καθαρά είναι πως το καθεστώς τρόμου, υπό τον Φράνκο, είχε έναν σαφή και αδιάλλακτο εχθρό του οποίου η στάση και η δράση συμπυκνώνονταν σε πολύ απλές και μεστές φράσεις: «Στην κρατική τρομοκρατία θα απαντήσουμε με τη λαϊκή επαναστατική βία».

Οι αναρχικοί ανέδειξαν για μια ακόμα φορά τις απεριόριστες δυνατότητες της ατομικής και συλλογικής δράσης αποδεικνύοντας πως ακόμα και κάτω από τις πλέον δύσκολες φαινομενικά συνθήκες η δυνατότητα της εξέγερσης και της ανάπτυξης των κοινωνικών απελευθερωτικών πρακτικών είναι πραγματοποιήσιμη. Το γεγονός ότι ο Sabate και ο Facerias (αλλά και πολλοί άλλοι σύντροφοι του κοινωνικού αγώνα), αντιμετωπίστηκαν από την κοινωνία ως αυτό που πραγματικά ήταν, (αγωνιστές για την ελευθερία), δείχνει το μέγεθος της αντίθεσης μιας μεγάλης μερίδας της κοινωνίας του ισπανικού χώρου απέναντι στο κράτος και στην συγκεκριμένη έκφραση επιβολής που υπήρχε. Οι κοινωνικοί αγωνιστές και οι πρακτικές του απελευθερωτικού κοινωνικού αγώνα δεν αποκόβονται από τον κοινωνικό κορμό όταν οι αγωνιζόμενοι προσπαθούν πάντοτε να βρίσκονται συνδεμένοι με την ουσιαστική διάσταση της αναρχική προοπτικής αλλά κα με τους καταπιεσμένους κι εκμεταλλευόμενους ανθρώπους. Όταν συμπληρώνουν και δυναμώνουν το όραμα τους για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη.

Είναι χαρακτηριστικό πως στη διάρκεια της γενικής απεργίας ενάντια στην εταιρεία των τραμ, στη Βαρκελώνη στις 12 Μάρτη 1951, 30.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους. Κυκλοφόρησαν χιλιάδες προκηρύξεις κι ανάμεσα σ’ αυτές και μια που δεν την είχε βγάλει καμιά από τις συντονισμένες αναρχικές ομάδες, έγραφε: «Για να ξεμπερδεύουμε με τα τραμ, ο Φαθερίας είναι αυτός που χρειάζεται. Στον αγώνα ενάντια στο καθεστώς! Ζήτω ο Σαμπατέ!».

Οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι καταλάβαιναν πολύ καλά ποιοι είναι αυτοί που πάλευαν πραγματικά για την ελευθερία. Ο Sabate και ο Facerias μυθοποιήθηκαν επειδή ενσάρκωναν τον αγώνα του αδύνατου και καταπιεσμένου ενάντια στο κράτος. Δεν είναι τυχαίο που αυτή η μυθοποίηση των καταπιεσμένων τους χαρακτήριζε σαν εχθρούς των πλουσίων και υπερασπιστές των φτωχών. Ήταν κοινωνικοί αντάρτες με έντονη απήχηση, που μάχονταν μέχρι θανάτου για την ελευθερία και την αναρχία:

«Συνεχίζουμε και θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας στην Ισπανία πιστεύοντας ότι η αδράνεια και η νωθρότητα είναι ο θάνατος του επαναστατικού πνεύματος. ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΤΕΙ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΑΣ».

Το κείμενο αυτό, με χρονολογία 8η Σεπτεμβρίου 1957, αποτελεί μέρος μιας επιστολής των Grupos Αnarchosyndicalistas προς την CNT και FAI-εξορίας με το οποίο κατάγγειλαν την αδιαφορία αυτών των οργανώσεων, να υπερασπιστούν τους φυλακισμένους αναρχικούς και την απουσία τους από τους κοινωνικούς αγώνες μέσα στο έδαφος της Ισπανίας.

Τα δύο γεγονότα που σηματοδοτούν ουσιαστικά το τέλος αυτής της σημαντικότατης περιόδου του απελευθερωτικού κοινωνικού αγώνα στην Ισπανία (1939-1960) είναι ο θάνατος του Σαμπατέ στις 5 Ιανουαρίου 1960 και του Ramon Villa («Caraquemada») από την αστυνομία. Ο «Caraquemada», ήταν ο μόνος επιζών απ’ αυτή τη γενιά των ανταρτών και ο οποίος ανέπτυσσε τη δράση του στο Bergueda. Σκοτώθηκε απόμια περίπολο της εθνοφρουράς τη στιγμή που επιχειρούσε να τοποθετήσει εκρηκτικά σε μια ηλεκτρική εγκατάσταση στο Castellnou de Bages.

Στα τέλη του 1959 ο Σαμπατέ, λίγο πριν φύγει από την Dijon της Γαλλίας, κατορθώνει να φτιάξει μια καινούργια ομάδα. Η ομάδα απαρτίζεται από τους Antonio Miracle Guittard, 29 χρονών, Rogelio Madrigal Torres, 27 χρονών και τον Martin Ruiz Mantoya, 20 χρονών. Έρχονται σε νέα επαφή με την συνομοσπονδιακή οργάνωση στην Τουλούζη, η οποία αρνείται να τους υποστηρίξει στα σχέδια τους. Υιοθετούν το όνομα M.U.R.L.E. (Αντιστασιακό Κίνημα Ενοποίησης και Απελευθέρωσης της Ισπανίας) και προχωρούν στο σχεδιασμό της δράσης τους, χωρίς κανενός είδους υποστήριξη. Ο τελευταίος που ενώθηκε με την ομάδα ήταν ο Francisco Conesa Alcaraz, 38 χρονών. Αυτοί οι πέντε αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Ισπανία για να οργανώσουν ένα πυρήνα που θα αποτελέσει το έμβρυο για τις μελλοντικά μαχόμενες ενωμένες ομάδες.

Στις 30 Δεκεμβρίου διασχίζουν τα σύνορα, και την ίδια μέρα η Εθνοφρουρά συγκεντρώνεται στην περιοχή του περάσματος.

Στις 3 Ιανουαρίου 1960 η ομάδα συγκεντρώνεται σ’ ένα κτίριο και δεν έχει παρά μια επιλογή: τη συμπλοκή με την αστυνομία. Ο Conesa σκοτώνεται και ο Σαμπατέ τραυματίζεται στο πόδι. Οι άντρες της M.U.R.L.E. οχυρωμένοι μέσα στο κτίριο δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να παραδοθούν, ούτε αποτελούσαν εύκολη λεία στα χέρια των αστυνομικών.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας ακούγονταν ανταλλαγές πυροβολισμών. Τη στιγμή που επιχειρούσαν να δραπετεύσουν εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, ο Miracle, ο Madrigal και ο Martin πέφτουν νεκροί. Ο Σαμπατέ, αφού πρώτα σκότωσε τον υπολοχαγό της εθνοφρουράς, κατευθύνθηκε προς τη μεριά των αστυνομικών που είχαν περικυκλώσει το κτίριο φωνάζοντας: «μην πυροβολείτε, είμαι ο υπολοχαγός». Έτσι κατάφερε να διαφύγει μέσα στη νύχτα.

Την άλλη μέρα αναγνωρίστηκαν τα πτώματα των συντρόφων του. Ο Σαμπατέ όμως παρέμενε άφαντος. Κατάφερε να φτάσει μέχρι το σιδηρόδρομο, όπου πήρε ένα τραίνο για τη Βαρκελώνη. Ήξερε ότι το δύσκολο ήταν να περάσει τα σύνορα και ότι η Βαρκελώνη θα του πρόσφερε ένα καταφύγιο κοντά στο Fοrnells. Ανεβαίνει σε μια ατμομηχανή, εκείνη του τραίνου Νο 1104, που ερχόταν από το Port Bou και έπρεπε να φτάσει στη Βαρκελώνη στις 9 το πρωί. Απειλεί το μηχανικό και  το μηχανουργό με το όπλο του και τους διατάζει να συνεχίσουν χωρίς στάση στους επόμενους σταθμούς. Ο μηχανουργός του εξηγεί ότι είναι αδύνατον να κάνουν αυτό που τους διατάζει. Στο σταθμό του Empalme, ο Σαμπατέ παίρνει θέση σε μια ηλεκτρική ατμομηχανή, πάντοτε συντροφιά με το μηχανουργό και το μηχανικό. Αυτή η επιχείρηση τραβά την προσοχή του σταθμάρχη, ο οποίος πληροφορεί αμέσως την εθνοφρουρά.

Ο Σαμπατέ καταλαβαίνει ότι οι επόμενοι σταθμοί προς Βαρκελώνη θα επιτηρούνται. Εν τω μεταξύ, το τραύμα του χειροτερεύει. Πριν φτάσειστο σταθμό Sant Celoni, πηδά από το τραίνο. Το Sant Celoni φαινόταν στο βάθος. Βαριανασαίνοντας, εξαντλημένος, κίνησε προς τα εκεί. Στο δρόμο ένας χωρικός έζευε το κάρο του. Τον χαιρέτησε και τον ρώτησε πού θα μπορούσε να πιει κάτι για να καταπραΰνει τον πυρετό του. Ο χωρικός του έδωσε ένα φλασκί με κρασί, που ο Ελ Τσίκο το κατέβασε μονορούφι. Πήγαινε στο χωριό του και ανέβασε και τον Σαμπατέ στο κάρο. Στο Sant Celoni, όπου τον άφησε ο χωρικός, ρώτησε μια ηλικιωμένη γυναίκα, που του φάνηκε έμπιστη, πού θα έβρισκε κάποιο γιατρό. Αυτή του έδωσε τη διεύθυνση του μοναδικού που υπήρχε στο χωριό, στην Κάλε ντε Χοσέ Αντώνιο, αλλά του είπε ότι ήταν πολύ αμφίβολο να τον βρει εκείνη την ώρα. Αν δεν τον έβρισκε, συνέχισε, να πήγαινε στο απέναντι σπίτι όπου έμενε ο σοφέρ του γιατρού, ο οποίος θα μπορούσε να του πει που ήταν και τι ώρα θα γύριζε.

Όπως είχε φανταστεί η γυναίκα, ο γιατρός έλειπε. Ο Ελ Τσίκο σύρθηκε στην άλλη μεριά του δρόμου, να χτυπήσει την πόρτα του σοφέρ στο νούμερο 26, αλλά στον πυρετό του και στη ζάλη του έκανε λάθος. Χτύπησε τη διπλανή, όπου έμενε κάποιος Φρανσίσκο Μπερρεγκουέρ Ρόκα. Αυτός όταν άνοιξε και είδε τον ξένο σε τέτοια χάλια να ρωτάει για το γιατρό, του απάντησε κοφτά ότι είχε χτυπήσει λάθος πόρτα.

«Δεν πειράζει», είπε ο Ελ Τσίκο, περισσότερο πεθαμένος παρά ζωντανός, «βάλε με κάπου να ξαπλώσω λίγο, σε παρακαλώ…». Ο Μπερρεγκουέρ αρνήθηκε και έσπρωξε βίαια από την πόρτα τον πληγωμένο. Ενώ έσπρωχνε, πήρε είδηση το οπλοπολυβόλο που είχε κρυμμένο κάτω απ’ το σακάκι του. Πανικόβλητος, άρπαξε από ένστικτο το όπλο και δεν τον άφηνε να φύγει. Οι δύο άντρες, σπρώχνοντας και φωνάζοντας, άρχισαν να κυλιούνται και να σέρνονται προς τη γωνία των δρόμων Κάλε Χοσέ Αντώνιο και Σάντα Θέκλα.

Στο μεταξύ τα νέα ότι ο Σαμπατέ ίσως βρισκόταν στο Sant Celoni είχαν ήδη φτάσει στη Γκουάρντια Σιβίλ του χωριού, η οποία κάλεσε και τους άντρες της Εθνοφυλακής να έρθουν στο τμήμα για ενισχύσεις. Συμπέραναν από τα στοιχεία που είχαν ότι ο Σαμπατέ, ή τουλάχιστον κάποιος που ταίριαζε με την περιγραφή του, είχε προχωρήσει προς το χωριό κι έτσι στάλθηκαν περίπολοι της Εθνοφυλακής να ερευνήσουν τους δρόμους.

Σε μια από τις περιπόλους ήταν ένας αξιωματικός της Εθνοφυλακής (ο Άμπελ Ρόχα Σανζ, που ήταν επίσης και τοπικός γραμματέας του φαλαγγίτικου CNS (Κεντρικού Εθνικού Συνδικάτου), ο εθνοφύλακας Χοσέ Σιβίνα Μορούλλ και ο λοχίας της Γκουάρντια, Μαρτινέζ Κολλάδο. Αυτοί περνούσαν κοντά στην Κάλε Χοσέ Αντώνιο, όταν άκουσαν τον Μπερρεγκουέρ να φωνάζει βοήθεια. Έτρεξαν, ο Ρόχα από τη μια μεριά κι ο λοχίας με τον Σιβίνα από την άλλη, ώστε να βάλουν το Σαμπατέ στη μέση.

Στην πάλη του να απομακρυνθεί, ο Σαμπατέ, ξοδεύοντας και τις τελευταίες του δυνάμεις, δάγκωσε τον άλλο βαθιά στο χέρι και του έκοψε και ένα δάχτυλο. Την πρώτη σφαίρα έριξε ο Αμπέλ Ρόχα, που, αντί για τον Σαμπατέ, τραυμάτισε άσχημα τον Μπερρεγκουέρ. Αυτό έδωσε στον Ελ Τσίκο τη δυνατότητα να ελευθερωθεί και να πυροβολήσει με το Κόλτ του. Ήταν εξαντλημένος και λαχανιασμένος και δεν είχε ώρα να βγάλει το Τόμσον κάτω απ’ το σακάκι του, αλλά και το πιστόλι του έφτανε για να πετύχει το Ρόχα στο δεξί πόδι, κοντά στο γόνατο. Ο πληγωμένος πολιτοφύλακας όμως, μπόρεσε να απαντήσει ρίχνοντας μια ριπή με το αυτόματο του. Πέτυχε τον Σαμπατέ ταυτόχρονα με το λοχία της Γκουάρντια, που είχε έρθει από πίσω. Η μάχη είχε τελειώσει. Ο Σαμπατέ βρίσκονταν πεσμένος νεκρός.

Οι πολιτοφύλακες δεν παρέλειψαν να γαζώσουν μερικές φορές ακόμα το πτώμα του, που κείτονταν στο πεζοδρόμιο. Η ώρα ήταν 8 και 26 λεπτά. Στη διασταύρωση των δρόμων Mayor και Santa Tecla στο Sant Celoni έπεσε νεκρός ο Francisco Sabate, σφίγγοντας το Thomson του.

Χωρίς να το ξέρει, ο πληροφοριοδότης αξιωματικός έκανε ένα τελευταίο δώρο στο Sabate χαρακτηρίζοντάς τον αντάρτη, μια λέξη που στην Ισπανία σήμαινε με την ευρεία έννοια κάτι σαν «ο υπερασπιστής των καταπιεσμένων».

Έτσι τελείωσε, το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1960, η γεμάτη περιπέτειες ζωή τού 45χρονου Φρανσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ. Την επόμενη μέρα, οι τίτλοι στις ισπανικές εφημερίδες έγραφαν: «Το τέλος ενός αντάρτη».

Συσπείρωση Αναρχικών

[Το κείμενο, Η δράση των αναρχικών μετά το τέλος της Κοινωνικής Επανάστασης στην Ισπανία και ο Φραντσίσκο Σαμπατέ,( Μέρος Α΄και Β΄) δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ φ. 20, Δεκέμβριος 2003]

Both comments and trackbacks are currently closed.