Ξεκαθαρίσματα σχετικά με αντιεξουσιαστικές πρακτικές λογοκρισίας

 Μας-στείλατεΣτις 14 Απριλίου 2010, στο Πάντειο, μια ομάδα αντιεξουσιαστών διέκοψε το μάθημά μου και αφού με εξύβρισε, με αποκάλεσε … «φασίστα» ενώπιον 50 περίπου φοιτητών και τελικά εκσφενδόνισε εναντίον μου ένα γιαούρτι.

Αιτία αυτής της συμπεριφοράς σύμφωνα με τα λεγόμενά τους και με όσα αναφέρονται σε μια τετρασέλιδη προκήρυξη που μοιράστηκε και που έχει σαν υπότιτλο «φασίστες και καθηγητές πηγαίνουν χέρι – χέρι» είναι το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του καθηγητή με τη δημόσια πολιτική παρουσία μου – και πιο συγκεκριμένα, με την έκφραση επιφυλακτικών και κριτικών απόψεων γύρω από τα θέματα που αφορούν την υποκριτική μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους ή γύρω από τα κοινωνικά και ιδεολογικά ζητήματα των πολιτικο-πολιτισμικών αναταράξεων και αμοιβαίων περιχαρακώσεων που αναδεικνύονται αντικειμενικά στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Η υπογραφή μου μεταξύ άλλων πολλών σε ένα κείμενο της «Επιτροπής για τον Έλεγχο της Λαθρομετανάστευσης» ήταν το έναυσμα για τη δυναμική παρέμβαση της ομάδας των αντιεξουσιαστών. Το δισέλιδο αυτό κείμενο, που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο από την Επιτροπή για τον έλεγχο της Λαθρομετανάστευσης (ΠΕΑΕΛ) εξέφραζε κοινωνικές και πολιτικές επιφυλάξεις πολλών πολιτών γνωστών για τις δημοκρατικές τους πεποιθήσεις, σχετικά με το ενδεχόμενο της μαζικής απόδοσης ιθαγένειας σε μετανάστες και με την καλλιέργεια ενός πολυπολιτισμικού μοντέλου κοινωνίας. Δεν καλούσε τον ελληνικό λαό σε κανένα «πογκρόμ» κατά των μεταναστών (όπως ισχυρίζεται η καταγγελία των αντιεξουσιαστών), αλλά σε πολιτικές κινητοποιήσεις και προβληματισμούς περί του θέματος τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Συνεπώς, παρά ορισμένες διαφωνίες μου σχετικά με κάποιες διατυπώσεις (κυρίως σχετικά με το «Ελληνικό Εθνικό Κράτος»), δεν θεώρησα σκόπιμο να διαχωρίσω εκ των υστέρων τη θέση μου από το αρχικό κείμενο της παραπάνω επιτροπής, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι προσυπογράφω ή επικροτώ εκ των προτέρων το σύνολο των απόψεων ή των πιθανών μελλοντικών της πρωτοβουλιών. Επειδή όμως δεν μου δόθηκε καμία ευκαιρία όχι βέβαια «να απολογηθώ», αλλά να αντικρούσω τους ισχυρισμούς τους, να επισημάνω την πολιτική διαφωνία μου με συνθήματα που στρέφονται κατά των προσώπων των μεταναστών (είτε της προαναφερόμενης ΠΕΑΕΛ, είτε οποιουδήποτε άλλου φορέα) ή έστω να συζητήσω πάνω στα σημεία των ιδεολογικών τριβών και της σε μεγάλο βαθμό εικονικής αντιπαλότητας, αποφάσισα να συντάξω αυτό το κείμενο και να το δημοσιεύσω στους χώρους (ιστοσελίδες, πολιτικά έντυπα κλπ.), όπου μπορεί να διαβαστεί από όσους θα μπορούσαν άμεσα ή έμμεσα να εμπλακούν σε αυτήν την αντιπαράθεση.

Η θέση μου περί του μεταναστευτικού και των αιτίων ή των συνεπειών του για όλη τη δυτική Ευρώπη – και κυρίως για την ελληνική κοινωνία είναι γνωστή σε αρκετό κόσμο, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη και δημοσιευμένη σε αρκετά έντυπα. Συνοψίζεται στα εξής: από κοινωνικής και πολιτικής άποψης, η νεοφιλελεύθερη και ιμπεριαλιστική καταστροφή πολλών κοινωνιών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου αναγκάζει μια όλο και μεγαλύτερη μάζα ανθρώπων να μεταναστεύσουν προς τη δυτική Ευρώπη. Αυτοί οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται από τις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες αρχικά σαν φτηνή εργατική δύναμη, στη συνέχεια σαν «ανθρώπινο πλεόνασμα», κάποτε σήμερα και σαν απλό «σκουπίδι». Παράλληλα, η μετανάστευση επέτρεψε να αναπτυχθεί μια νεόκοπη εργοδοτική συνείδηση σε πολλά κοινωνικά μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα της νεοελληνικής κοινωνίας, που εδώ και πολλά χρόνια πλέον καλλιεργεί και συντηρείται μέσα από τον παρασιτισμό.

Ταυτόχρονα, εγκατεστημένοι πρακτικά στην περιφέρεια ή στο περιθώριο της κοινωνίας, οι μετανάστες χρησιμοποιούνται, με τη συστηματική πρωτοβουλία του κράτους, ως αναλώσιμοι μηχανισμοί ικανοί να αποδομήσουν τις λαϊκές ιδίως γειτονιές των πόλεων και να αυτογκετοποιηθούν, διαλύοντας έτσι τους παραδοσιακούς λαϊκούς πυρήνες των ενδεχόμενων κοινωνικών αντιστάσεων στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα και συνεπώς, μετατρέποντας ένα κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα διεθνούς εμβέλειας σε κοινωνιοπολιτισμική, τοπική αντιπαράθεση μεταξύ ντόπιων και αλλοδαπών ή και μεταξύ αλλοδαπών διαφορετικής εθνοτικής προέλευσης, με απρόβλεπτες (ή αντίθετα προβλέψιμες) συνέπειες κοινωνικού εκφασισμού.

Όλα αυτά είναι κοινές διαπιστώσεις. Το πολιτικό ερώτημα όμως είναι το εξής: πιο ακριβώς «κράτος» υποθάλπει και οργανώνει αυτές τις διαδικασίες γκετοποίησης και μωσαϊκοποίησης των κοινωνιών; Είναι άραγε σήμερα μέσα από ένα εθνικό κράτος (και μια αντίστοιχη συμπαγή εθνική πολιτική κοινωνία) γύρω από τις εξουσιαστικές και κυριαρχικές πρωτοβουλίες των οποίων συγκροτείται και εμφανίζεται ως «πολιτικά ορθό» ένα μοντέλο κοινωνίας πολυπολιτισμικό και κατακερματισμένο σε «διαφορετικότητες», δηλαδή σε εξατομικευμένες πολιτικές οντότητες «δικαιωματούχων»; Ή μήπως αντίθετα, οι σύγχρονες μορφές εξουσίας και κράτους, καθ’ εικόνα και ομοίωση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, έχουν μια «μεταεθνική» και υπερκρατική μορφή; Μήπως με άλλα λόγια, το πάλαι ποτέ εθνικό κράτος βρίσκεται σε διαδικασία προχωρημένης αποσύνθεσης και μετασχηματισμού του σε εγχώριο διαχειριστικό μηχανισμό μιας υπερεθνικής πολιτικής εξουσίας; Μήπως οι πολλές αντιφάσεις του υποδηλώνουν ακριβώς αυτήν την μη ακόμα ολοκληρωμένη ιστορική διαδικασία μετάβασης; Σε αυτές τις συνθήκες (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές), μήπως ο κοσμοπολιτισμός σε όλες τις συνιστώσες του έχει ήδη ιδεολογικά «καπακώσει» τις αντιεθνικιστικές διακηρύξεις της «αριστεράς», μεταβάλλοντάς τες μαζί με το όραμα ή το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας, σε ένα νέο εξουσιαστικό πρόταγμα με «ανθρώπινο πρόσωπο» (και πολλά νομικώς εκχωρημένα «νομικά δικαιώματα» στους νέους υπηκόους);

Ενδεχομένως, τόσο το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας, όσο και εκείνο των «δικαιωμάτων» που φαίνονται να έχουν εκχωρηθεί συνταγματικά (νομικά) από μια ηγεμονική πολιτική δύναμη σε όλους τους υπηκόους, εντάσσονται στις παρούσες τουλάχιστον συνθήκες, σε ένα πολιτικό, κρατικό και εξουσιαστικό λόγο που δεν έχει καθόλου αγνές, ανθρωπιστικές προθέσεις. Το αντίθετο μάλιστα: αποτελούν τις ιδεολογικές αιχμές του πολιτικού δόρατος που αποβλέπει στην ηθική νομιμοποίηση ενός παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος διευρυμένης κυριαρχίας επί εξατομικευμένων υπηκόων και μειονοτήτων όλων των ειδών. Η αποδόμηση της (αστικής) ιδέας ότι η δημοκρατία είναι η έκφραση της «βούλησης των πολλών» – συνεπώς, οι παραδοσιακές ή οι πιο σύγχρονες ολιγαρχικές μορφές διακυβέρνησης, απαιτούν και προϋποθέτουν την αποδόμηση αυτών των «πολλών», όποιοι και να είναι αυτοί. Αυτό συμβαίνει τόσο στο πεδίο των αναφορών των πληθυσμών σε μια κοινή ιστορία που τους συνδέει, όσο και στο πεδίο των γεωγραφικών τους αναφορών σε κάποιο κοινό έδαφος ζωής και εργασίας, έστω σε κάποια «πατρίδα» ως δημόσιο αγαθό που χρήζει συνήθως προστασίας από όλους όσους επιθυμούν να το οικειοποιηθούν ή να το ιδιωτικοποιήσουν. Όλη η «γη» ή ο πλανήτης ως τέτοια εικόνα «πατρίδας» («όλων των ανθρώπων» ή «των πολιτών του κόσμου») συνιστά λοιπόν ενδεχομένως μια νέα μορφή μεταεθνοτικής εθνικής συνείδησης. Ποιων όμως ακριβώς πολιτών, ποιών ανθρώπων; Εκείνων που εντάσσονται νομικά (με «απόφαση του αυτοκρατορικού κράτους» θα λέγαμε) σε ένα ετερόκλητο πληθυσμιακό σύνολο (σε ένα «πλήθος», όπως έλεγε ο Νέγκρι), με την ιδιότητα του δικαιωματούχου υπηκόου – και που προφανώς δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη συλλογικοτήτων και κοινωνικών δεσμών που θα απέδιδαν στις επιθυμίες ή στην οργή τους μια πραγματικά ανατρεπτική πολιτική δυναμική.

Αλήθεια πιστεύουν κάποιοι ότι η κρατικά ενορχηστρωμένη προπαγάνδα περί του δημοκρατικού και πολιτικά εξισωτικού χαρακτήρα της απόδοσης ιθαγένειας στους μετανάστες απορρέει από κάποιες καλές και προοδευτικές προθέσεις; Ότι το σημερινό κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα της ιεράρχησης και της ταξινόμησης των μεταναστών ως πολιτών δεύτερης κατηγορίας θα εξαφανιστεί ή έστω θα αμβλυνθεί με την τυπική τους πολιτογράφηση; Ή μήπως θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο – και οι μεν μετανάστες θα ενταχθούν σε ένα σύστημα «ιθαγένειας και υπηκοότητας» που στην ουσία θα τους έχει επιβληθεί (μεταξύ άλλων, πληρώνοντας τις εισφορές στα καταληστευμένα ασφαλιστικά συνταξιοδοτικά ταμεία), οι δε παραδοσιακοί «ιθαγενείς» των πιο λαϊκών ιδιαίτερα στρωμάτων θα στρέψουν πιο εύκολα την οργή και την απελπισία τους από την κοινωνιοοικονομική κατάσταση και την εξαθλίωση που βιώνουν ενάντια στους μετανάστες; Η κοινωνική εκμετάλλευση είναι άραγε ένα θέμα τυπικής νομιμότητας και ανθρώπινων δικαιωμάτων; Η συλλήβδην δαιμονοποίηση των «ηττημένων προλεταρίων» της ελληνικής κοινωνίας και η μονομερής καταγγελία της «μικροαστικοποίησης τους» ή της μεταβολής τους σε «Ελληνάρες» (κατά προέκταση: εθνικιστές, πατριώτες, φασίστες και πάει λέγοντας), δεν αποτελεί άραγε ένδειξη περαιτέρω υποτίμησης ακριβώς του ιστορικά πιο υποτιμημένου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας; Οι απόψεις αυτές ιδίως όταν παραμένουν στο στενά ηθικό και μικροαστικά «ανθρωπιστικό» πεδίο των κοινωνικών νοοτροπιών, ξεχνώντας να αναλύσουν το τι ακριβώς συνέβη και πως οργανώθηκε η νεοελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο και κυρίως μετά την μεταπολίτευση, δεν κινδυνεύουν να γλιστρήσουν, έστω ασυνείδητα, προς την πλευρά των ρατσιστικών στερεοτύπων και γενικεύσεων που με τη βοήθεια όλων των «think tanks» στρέφονται μονίμως κατά του «αντιδραστικού ελληνικού λαού»;

Διότι βεβαίως, όπως γράφεται στην προκήρυξη των αντιεξουσιαστών του Παντείου «η παρανομία των μεταναστών ήταν και είναι κερδοφόρα». Ίσως όμως θα έπρεπε να πει κανείς λίγο περισσότερα περί του θέματος: η μαζική παρουσία και εκμετάλλευση των μεταναστών ιδίως μετά το 1980, επέτρεψε αρχικά στο ναυτιλιακό και κατασκευαστικό κεφάλαιο και αμέσως μετά στην ελληνική μικροπαραγωγή (στους αυτοπασχολούμενους και τις οικογενειακές επιχειρήσεις όλων των κατηγοριών, αλλά στη συνέχεια και στα «νοικοκυριά»), όχι μόνο να μειώσουν τα έξοδα, αλλά και να απαλλαγούν οι ίδιοι από τους κόπους της δουλειάς, να γίνουν μικροαφεντικά και μικρονταβατζήδες: να απαγκιστρωθούν από τις υποβαθμισμένες παραγωγικές δραστηριότητες και υπηρεσίες, να τις απαξιώσουν ιδεολογικά, να ασχοληθούν με τις εικόνες της κοινωνικής τους αναβάθμισης, να μεταβληθούν τελικά σε παράσιτα που ζουν σε μια παρασιτική κοινωνία. Όλος αυτός ο παρασιτισμός τώρα που βρήκε στους μετανάστες το κατάλληλο έδαφος να το παίξει αφεντικό και να αράξει σαν γόνος μικρών ή μεγάλων «νέων τζακιών» μπροστά στις οθόνες και στις θολές τζαμαρίες της κοινωνικής του προβολής, έχει όμως κάθε συμφέρον να το παίξει υποκριτικά και … «λίγο αντιρατσιστής», χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει τη βαθύτατη υποτίμηση των παραγωγών (των εργατών, των αγροτών – συνεπώς και των μεταναστών που έχουν αναλάβει αυτές τις απαξιωμένες δουλειές). Υποτίμηση που δεν αντανακλά τελικά παρά τη γνωστή υποτίμηση του κάθε «κυρίου» για τον μισθωτό ή μη «δούλο» του.

Αυτά πάνω κάτω πρεσβεύουν όλοι όσοι δεν έχουν εγκλωβιστεί στις στερεότυπες αναλύσεις μιας πολύ «καθωσπρέπει» ή εντελώς μυωπικής «αριστεράς». Και όσοι επίσης δεν έχουν ξεχάσει το νόημα της λέξης ιμπεριαλισμός.

Αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατόν να υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις του αντιεξουσιαστικού χώρου που θα μπορούσαν τόσο εύκολα να πειστούν από τα επίσημα λογύδρια περί κάποιων νομικών, ατομικών δικαιωμάτων – και να υπερασπίζονται με σθένος τις πολιτικές ορθότητες σχετικά με τις ελευθερίες των ατόμων (στην αυτοδιάθεση, στην «διαφορετικότητα» κλπ.), αλλά όχι στην ελευθερία των κοινοτήτων όπου ζουν αυτά τα άτομα να απολαμβάνουν ή να διεκδικούν αυτά τα ίδια δικαιώματα. Υπάρχει άραγε ολοκληρωτικότερη εικόνα της παγκόσμιας κοινωνίας από εκείνη των εξατομικευμένων υπηκόων που συγκατοικούν εντός ενός τεράστιου «ξενοδοχείου»;

Ποιος λοιπόν άραγε «σφυρίζει αδιάφορα» μπροστά στις κοινωνικές αδικίες και τις πολιτικές καταστάσεις της εκμετάλλευσης; Ποιος δημιουργεί το ιδεολογικό έδαφος για την έμπρακτη απαξίωση και αποσύνθεση των πιο υποτιμημένων τμημάτων του πληθυσμού – Ελλήνων ή μη; Ποιος αναιρεί το δικαίωμα των κοινωνικών και εν δυνάμει πολιτικών συλλογικοτήτων να υπάρχουν και να αγωνίζονται για τα συλλογικά τους δικαιώματα;

Ένα τελευταίο πιο πρακτικό ερώτημα: αν υποθέσουμε ότι κάποιος (όπως εγώ) συμφωνεί απολύτως με την άποψη ότι οι τηλεπανελίστες ακαδημαϊκοί και οι υπόλοιποι μετέχοντες στις «banks και think tanks» του κεφαλαίου έχουν πάρει θέση από καιρό στο πλευρό των τραπεζών μέσω των επιδοτούμενων προγραμμάτων διείσδυσης στα Βαλκάνια και αλλού, μήπως ακριβώς όλα τα μεταεθνικά και παγκοσμιοποιημένα ιδεολογήματα του συρμού αποτελούν το βασικό όχημα της νομιμοποίησης αυτών των πρακτικών της διεθνοποίησης του κεφαλαίου; Και αν ναι, γιατί κάποιοι αντιεξουσιαστές δεν μοιάζουν να ασχολούνται σχεδόν καθόλου «στην πράξη» με αυτούς τους ανθρώπους που ενδεχομένως βρίσκονται μέσα στα πανεπιστήμια και σίγουρα είναι άμεσα συνυπεύθυνοι της καταστροφής των κοινωνιών του δεύτερου ή τρίτου κόσμου – αλλά ενοχλούνται αντίθετα πολύ από την δράση εκείνων και μόνον που βρίσκονται στο αντίθετο στρατόπεδο από τις παραπάνω banks και think tanks;

Τι ακριβώς από όλα τα παραπάνω, που τα έχω πολλές φορές καταθέσει αποτελεί δείγμα γραφής «φασισμού»; Τα στρατοδικεία της Χούντας είναι αυτά που καταμαρτυρούν για την κλίση μου προς τον … Απρίλη του ’67, όπως γράφεται στην προκήρυξη που επιχειρεί να με διαπομπεύσει; Ή μήπως θα έπρεπε να καταθέσω κάπου πιο αναλυτικό «πολιτικό βιογραφικό», έτσι ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε λίγο σαφέστερα για τους «μεγάλους έρωτες που δεν κρύβονται»; Η ύπαρξη της υπογραφής μου κάτω από ένα κείμενο για τον «έλεγχο της λαθρομετανάστευσης» είναι το καθοριστικό στοιχείο της πολιτικής μου ταυτότητας; Αν αυτό είναι, να πω επίσης το εξής: μεταξύ αυτών που έχω μάθει (ως «γέννημα θρέμμα» του Μάη κλπ.), είναι ότι η πολιτική παρέμβαση στην κοινωνία δεν γίνεται κάτω από το στενό καβούκι των πανεπιστημίων ή μέσα από τα διάφορα στέκια, αλλά έξω και μακριά από αυτά, εκεί όπου ζει ο «κοινός κόσμος». Το «άθλημα» αυτό είναι λίγο πιο δύσκολο από το να εκτονώνεσαι βρίζοντας και πετώντας γιαούρτια. Ο ενδεχομένως συντηρητικός, οργισμένος και φοβισμένος «κοσμάκης» (εκείνος ο «λαουτζίκος») δεν είναι ούτε για φτύσιμο, ούτε για περιφρόνηση, ούτε «φασίστας». Μπορεί όμως να γίνει, κυρίως όταν οι διάφορες «αριστερές» των σνομπάρουν ή αδιαφορούν για τις αγωνίες του και τα αδιέξοδά του. Κάτι τέτοιο συμβαίνει ίσως σήμερα – και όχι μόνο μεταξύ των «ιθαγενών»…

Αυτά.

Γιάννης Παπαμιχαήλ

Ακολουθεί η προκήρυξη που μοιράστηκε από τους αντιεξουσιαστές:

Untitled-1

Untitled-2Untitled-3

Untitled-4

Both comments and trackbacks are currently closed.