ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΤΣΕΝΟΙ (Μέρος B΄)

(Μια μικρή ιστορία για τη γενοκτονία που συνεχίζεται…)

Η ΕΞΟΡΙΑ ΣΑΝ ΕΠΙΜΑΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Όπως γίνεται στο μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, τα έθνη και οι εθνοτικές ομάδες του Καυκάσου έχουν ανταγωνιστικές εθνο-κρατικές ιστορίες. Ο Ρωσικός πληθυσμός του Βορείου Καυκάσου ακόμα χαρακτηρίζεται από την τάση να βλέπει τους Τσετσένους σαν προδότες της σοβιετικής γης (izmeniky rodiny) κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι, οι κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν τον λαό για μαζική προδοσία εναντίον της ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια της ναζιστικής εισβολής, ευσταθούν.

Με επίσημη απόφαση ανακοινώθηκε η κατάργηση της Τσετσένο-Ινγκουσέτικης ΑSSR (=Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και της γειτονικής Κριμαϊκής) και αναφέρονταν οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση για εξορία του πληθυσμού: «Κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όταν ο λαός της ΕΣΣΔ υπερασπίστηκε με ηρωισμό την τιμή και την ανεξαρτησία της γης των προγονών τους, με τον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς-φασίστες εισβολείς, πολλοί Τσετσένοι και πολλοί Τάταροι της Κριμαίας, με πρόσκληση των Γερμανών, συμμετείχαν σε εθελοντικές ομάδες που οργανώθηκαν από τους Γερμανούς και μαζί με τα γερμανικά στρατεύματα πήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα ενάντια στις ομάδες του κόκκινου στρατού… Ενώ η κυρία μάζα του πληθυσμού των Τσετσένων, Ινγκουσέτιων και πολιτών της Κριμαίας, δεν πήραν μέρος στην αντίσταση ενάντια στους καταπατητές της πάτριας γης».

Υπάρχει, βέβαια, κάποια ιστορική βάση σχετικά με τις κατηγορίες για την συνεργασία με τους Γερμανούς. Αρκετές χιλιάδες Τσετσένοι, που μάχονταν στις τάξεις του Ρωσικού στρατού, αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και επάνδρωσαν ομάδες υποστήριξης της Βέρμαχτ. Επιπρόσθετα, είναι αξιοσημείωτο ότι μερικοί Τσετσένοι στασίασαν πριν την εισβολή, σαν απάντηση στην πολιτική κολλεκτιβοποίησης του Στάλιν.

Όμως αυτοί αποτελούσαν την εξαίρεση, καθώς χιλιάδες Τσετσένοι πολέμησαν πιστά για την σοβιετική γη στον κόκκινο στρατό, κατά την διάρκεια της γερμανικής εισβολής. Περίπου 18-40.000 Τσετσένοι κινητοποιήθηκαν για να πολεμήσουν μαζί με τις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις και πολλοί πήραν μετάλλια και προαγωγές για τον ηρωισμό τους κατά την διάρκεια του πολέμου.

Ο Γερμανικός στρατός εισέβαλε μόνο στην Τσετσένικη περιοχή Malgobek, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Τσετσενίας ήταν εκτός του ελέγχου των γερμανικών στρατευμάτων.

Οι Τσετσένοι, φυσικά, έχουν άλλη εικόνα από τα γεγονότα που σχετίζονται με την εξορία, η οποία αντιπαρατίθεται στην επίσημη σοβιετική εκδοχή.

Οι Τσετσένοι μεγαλώνουν και ανατρέφονται με ζωντανές αφηγήσεις για το τραγικό γεγονός. Στις ιστορίες για την εξορία ο ρόλος των Τσετσένων που συνεργάστηκαν με τους ναζί συνήθως υποβαθμίζεται. Αντίθετα, δίνεται έμφαση στην προδοσία του Στάλιν στους πιστούς σ’ αυτόν Τσετσένους και στο διωγμό τους. Επί πλέον εξιστορείται η βαρβαρότητα κατά την διάρκεια της εξορίας και της δημιουργίας καταυλισμών στην Κεντρική Ασία. Μνήμες χαμένων μελών οικογενειών, όπως ένας θείος που πυροβολήθηκε, επειδή κινούνταν αργά προς το σημείο συγκέντρωσης, μια γιαγιά η οποία πέθανε από καρδιακή προσβολή στο τραίνο προς την κεντρική Ασία ή ένας ξάδερφος που πέθανε στις παγωμένες στέπες του Καζακστάν, ανακαλούνται στη μνήμη μέχρι και σήμερα.

Η παλιότερη γενιά, η οποία επιβίωσε από την εξορία, στην πραγματικότητα έγινε ένα ζωντανό μνημείο στην κοινή τραγωδία του λαού και ένας θησαυρός από μνήμες και στεναχώριες, οι οποίες πέρασαν στις νέες γενιές. Σχεδόν όλοι οι Τσετσένοι έχουν προσωπικό δεσμό με κάποιον από τους ανθρώπους που απομακρύνθηκαν και πέθαναν στην εξορία. Αυτό υπογραμμίζεται και από το προσφιλές Τσετσένικο ρητό: «Τίποτα δεν έχει ξεχαστεί, τίποτα δεν θα ξεχαστεί», το οποίο εκφράζει πλήρως την αποφασιστικότητα αυτού του λαού να διατηρήσει ζωντανή κάθε θύμηση της εξορίας.

Φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε καμία επέτειος αυτής της εθνικής τραγωδίας κατά την διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας. Αν και οι λανθασμένες κριτικές ενάντια στους Τσετσένους, για μαζική προδοσία, καταρρίφθηκαν το 1956 από τον Krushchev, επιτρέποντας τον επαναπατρισμό τους, η σοβιετική κυβέρνηση δεν αποζημίωσε τα θύματα από την εξορία, ούτε επέτρεψε ανοιχτή επέτειο μνήμης γι’ αυτή την «παραφωνία» στο σοσιαλιστικό σχεδιασμό.

Από το 1991 και μετά, υπήρχε παρ’ όλα αυτά, μια αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για την εξορία και την περίοδο των εκτοπισμών. Μια οργάνωση, η Συμμαχία Καταπιεσμένων Λαών (Konfederatsiia Repressirovannikh Narodov) είχε ήδη σχηματιστεί το 1990 με σκοπό να συνενώσει τα έθνη που εκδιώχθηκαν από τον Στάλιν. Άρθρα εφημερίδων στην Τσετσενία ξεκίνησαν για πρώτη φορά να φέρνουν στο φως τη φρίκη της εξορίας. Δόθηκαν διαλέξεις σχετικά με το γεγονός αυτό και ξεκίνησαν να εκδίδονται βιβλία στα Ρωσικά, αλλά και στα Τσετσενικά, σχετικά με ένα θέμα που πριν ήταν ταμπού.

Μετά από το 1991, εθνοτικές ομάδες της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως οι Buryats, οι Τάταροι του Βόλγα, οι βόρειες σιβηρικές μειονότητες (συγκεκριμένα οι Evenks), οι Ινγκουσέτιοι, οι Yakuts και οι Τσετσένοι, άρχισαν να διαφοροποιούνται και να διερευνούν απαγορευμένα κεφάλαια του σοβιετικού παρελθόντος.

Σε πολλές περιπτώσεις η ιστορία του κατατρεγμού αυτού του λαού κατά την σοβιετική περίοδο οδήγησε σε αντιρωσικά αισθήματα. Ο Ρωσικός πληθυσμός, ο οποίος ήταν διασκορπισμένος σε δημοκρατίες με εθνικά χαρακτηριστικά και αυτόνομες εδαφικές περιοχές, μέσα στην Ρωσία και σε εκείνους που ξαφνικά βρέθηκαν πέρα από τα ρωσικά σύνορα, σε κοντινές περιοχές (Blizhnee Zarubezh’e, πρόσφατα ανεξάρτητες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες), μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη άρχισε να διακατέχεται από μια ανησυχία, που συνεχώς αυξανόταν.

Οι περισσότεροι Ρώσοι είχαν ταυτιστεί με το σοβιετικό κράτος και ήταν επιρρεπείς στο να βλέπουν τους τοπικούς, μη-σλαβικούς εθνικισμούς με αρνητικό μάτι. Οι Ρώσοι νομοθέτες και αξιωματούχοι στην Τσετσενο-Ινγκουσετική αυτόνομη δημοκρατία (όπου υπήρχαν περίπου 300.000 Ρώσοι και κοντά στο 1.000.000 Τσετσένοι και Ινγκουσέτιοι το 1990) είχαν την τάση να παίρνουν το μέρος των κεντρικών αρχών της Μόσχας, ενώ οι Τσετσένοι αρχηγοί άρχισαν να υιοθετούν την ιδέα για μεγαλύτερη ανεξαρτησία.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το αυξανόμενο ενδιαφέρον των Τσετσένων για την επέτειο της εξορίας, είχε πολιτική και συμβολική σημασία σ’ ό,τι αφορά τις σχέσεις της Τσετσενίας με τη Ρωσία. Καθώς οι εθνικιστές Τσετσένοι δημαγωγοί ξεκίνησαν να προπαγανδίζουν τον εθνικισμό, η φυλετική τους καθαρότητα άρχισε να μετατρέπεται σε δυνατό και υποβλητικό σύμβολο.

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές που εμφανίστηκαν στην Ρωσία για την εξορία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν μια συλλογή από αναμνήσεις, από τα θύματα της εξορίας με τίτλο «ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ» (THUS IT WAS) (Tak eto Bylo, που δημοσιεύτηκε στην Μόσχα το 1993). Καθώς η γενιά, η οποία επέζησε της τραγωδίας, άρχισε να χάνεται σταδιακά οι αναφορές για την εξορία που βρίσκονται σε αυτήν την πολύτιμη δουλειά αποτελούν μια ανεκτίμητης αξίας πηγή πληροφοριών για αυτό το γεγονός το οποίο ακόμα δεν έχει εξεταστεί στο έπακρο από τους μελετητές στην Ρωσία και στην Δύση. Αυτές οι αναφορές παρέχουν βαθιά γνώση των τρόπων με τους οποίους οι ιστορίες σχετικά με τον διωγμό, που πέρασαν από γενιά σε γενιά, σμίλεψαν την συλλογική ανάμνηση ολοκλήρων γενεών, οι οποίες δεν βίωσαν άμεσα αυτήν την τραγωδία.

Οι αφηγήσεις για την εξορία συνήθως ξεκινούν με μια αναφορά για την άφιξη των στρατιωτών της NKVD στην Τσετσενία, τον Φεβρουάριο του 1944, με ένα φιλόξενο καλωσόρισμα από τους «εύπιστους» Τσετσένους.

Παρά το ότι υπήρχαν φήμες ότι άλλες εθνικότητες είχαν εξοριστεί πρωτύτερα, πολύ λίγοι υποπτεύονταν ότι οργανώνονταν μια στρατιωτική επιχείρηση εκκαθάρισης του Τσετσένικου έθνους από την γενέτειρα γη.

Σύμφωνα με μια Τσετσένικη αναφορά «οι γηγενείς κάτοικοι, με καυκάσια φιλοξενία δέχτηκαν τους στρατιώτες και αξιωματούχους χωρίς να υποπτευτούν ότι σε μερικά χρόνια αυτοί οι ίδιοι στρατιώτες θα σκότωναν πολλούς από αυτούς».

Τον Φεβρουάριο του 1944 περισσότεροι από 100.000 στρατιώτες και μια ολόκληρη μεραρχία με άρματα μάχης πήραν μέρος σ’ αυτήν τη μαζική στρατιωτική επιχείρηση, για να καταλάβουν όλα τα Τσετσενικά χωριά. Συγκεκριμένα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 στη σοβιετική γιορτή, γνωστή ως Ημέρα του Κόκκινου Στρατού, όλοι οι Τσετσένοι διατάχθηκαν να πάρουν μέρος στον εορτασμό.

Όταν συγκεντρώθηκαν στις πλατείες των χωριών ανακοινώθηκε μια απόφαση που έλεγε ότι «ως προδότες της σοβιετικής πάτριας γης» ολόκληρος ο Τσετσένικος λαός, άντρες, γυναίκες και παιδιά θα εξοριστούν στην κεντρική Ασία. Η αλλαγή πορείας 180 τραίνων και δεκάδων χιλιάδων μελών του στρατιωτικού προσωπικού από το μέτωπο αποτέλεσαν τροχοπέδη στην σοβιετική στρατιωτική αποτελεσματικότητα κατά τη διάρκεια της επίθεσης του κόκκινου στρατού το 1944. Η μετακίνηση 500.000 ανθρώπων για χιλιάδες χιλιόμετρα απαιτούσε σημαντικές δομές σε μεταφορά και ανεφοδιασμό, καθώς και σε σχεδιασμό. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται να έχει εκτελεστεί σαν στρατιωτική επιχείρηση (όσοι συμμετείχαν στην επιχείρηση έλαβαν στρατιωτικά μεταλλεία προς αναγνώριση των επιτευγμάτων τους).

Η NKVD ξεκίνησε αυτό που έχει περιγραφεί ως στρατιωτική επιχείρηση «ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ» (operation mountainner), στην Τσετσενο-Ινγκουσέτικη αυτόνομη σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία με μυστικό τρόπο από φόβο μήπως ο καταδικασμένος πληθυσμός καταλάβει τη μοίρα που του επιφύλασσε. Έγιναν προσπάθειες προκειμένου να ξεγελαστούν οι Τσετσένοι και οι Ινγκουσέτιοι από μια ψεύτικη αίσθηση ασφαλείας την παραμονή της εξορίας, σύμφωνα με τις διαταγές του αρχηγού Beria της NKVD.

Με τα στρατεύματα του σε θέση μάχης, ο Beria έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Στάλιν στο οποίο με υπερηφάνεια δηλώνει: «Πιστεύω ότι η στρατιωτική επιχείρηση εκδίωξης των Τσετσένων και των Ινγκουσέτιων θα διεκπεραιωθεί ομαλά».

Οι αφηγήσεις του βιβλίου, –σχετικά με τα γεγονότα της ημέρας του εκτοπισμού, δηλ. της 23ης Φεβρουαρίου του 1944, ημερομηνίας που αποτελεί τώρα εθνική ημέρα πένθους στην Τσετσενία–, αποτελούν το τυπικό είδος των αφηγήσεων σχετικά με το γεγονός αυτό: πολλοί διηγούνται πως κατά την Ημέρα του Σοβιετικού Στρατού (ο συμβολισμός είναι πραγματικός έτσι δεν είναι;), οι κάτοικοι των χωριών οδηγήθηκαν στις πλατείες –λες και ήτανε γιορτή– και, χωρίς να τους δοθεί χρόνος να μαζέψουν τα υπάρχοντα τους ή να πάνε στα σπίτια τους, οδηγήθηκαν με οχήματα στους κοντινότερους σιδηροδρομικούς σταθμούς.

Εκείνοι οι οποίοι ήταν ανίκανοι να περπατήσουν σκοτώθηκαν επί τόπου. Επίσης διηγούνται πως στο χωριό Κhaybek οι άρρωστοι, ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά, κάηκαν ζωντανοί. Μιλούν για την εξορία την οποία θυμάται κάθε Τσετσένος, νέος και γέρος, αλλά και για όλους τους Καυκάσιους πολέμους του τελευταίου αιώνα, λες και συνέβησαν χθες. Για κάθε Τσετσένο το όνομα του στρατηγού Yermolov είναι αλληλένδετο με το όνομα του Grachev.

Άλλη μια μαρτυρία που βρέθηκε στην συλλογή «THUS IT WAS» δείχνει την φρικαλεότητα της διαδικασίας εξορίας και παρουσιάζει γλαφυρά την τραγωδία στις νέες γενιές οι οποίες ακόμα και σήμερα ταυτίζονται με το γεγονός, αν και συνέβη μισό αιώνα πριν: Οι βουνίσιοι, (όπως προαναφέρθηκε), δέχτηκαν τους στρατιώτες σαν παιδιά τους, δίνοντας τους τα πάντα, φαγητό και ρούχα. Δεν ήθελαν να πιστέψουν τις φήμες που ήδη κυκλοφορούσαν σχετικά με την επικείμενη εξορία, και συχνά παρείχαν φιλοξενία στους στρατιώτες και αξιωματούχους.

Νωρίς το πρωί τις 23 Φεβρουαρίου 1944 στις πλατείες και στα περίχωρα του χωριού οι κάτοικοι ξύπνησαν με όπλα και οπλοπολυβόλα. Οι στρατιώτες τούς ανακοίνωσαν την διαταγή της Κρατικής Επιτροπής της Περιοχής και, ακολούθως, βρήκαν και οδήγησαν τους πάντες στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Μετά ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του «σεναρίου». Στρατιώτες εισέβαλαν σε σπίτια οπλισμένοι με αυτόματα καθοδηγούμενοι από έναν αξιωματικό ο οποίος τους έδινε δέκα με δεκαπέντε λεπτά για να βγάλουν ηλικιωμένους, παιδιά και γυναίκες έξω από τα σπίτια, ενώ οι πληγωμένοι πετάχτηκαν έξω από τους ιατρικούς σταθμούς. Όποιος αντιστεκόταν τον πυροβολούσαν!!! Όποιος προσπαθούσε να διαφύγει, τον πυροβολούσαν!!! Όποιος δεν καταλάβαινε ορθά την διαταγή, τον πυροβολούσαν!!! Είχε δοθεί στους κατοίκους το διάταγμα της εξορίας στα ρώσικα και πολλοί δεν μιλούσαν ρωσικά… Στην γη της Τσετσενίας μέσα σε μερικές ώρες εκατοντάδες άνθρωποι θανατώθηκαν, άντρες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι.

Οι Τσετσένικες αφηγήσεις ανακαλούν στην μνήμη με ιδιαίτερη φρίκη, μια σφαγή η οποία έλαβε χώρα στο χωριό Khaybek κατά την διάρκεια της εξορίας. Ένας Τσετσένος αφηγείται:

«Γεννήθηκα το 1912 σε ένα χωριό της Motskara, στην περιοχή Galanchosk. Τώρα ζω στο Gekhi-Uch. Βεβαιώνω ότι η οικογένεια μου και οι συγγενείς μου, δεκαεννιά στον αριθμό, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι πυροβολήθηκαν και κάηκαν στο Khaybek από στρατιώτες.

Ο αδελφός μου Alimkhojaev Salambek, 35 χρονών εργαζόταν ως δάσκαλος. Πυροβολήθηκε ενώ περπατούσε στον δρόμο. Η γυναικά του είναι ακόμα ζωντανή, το όνομα της είναι Besiila… Μέχρι σήμερα φυλά την πλεξούδα μαλλιών της αδελφής της Partakhi. Η Partakhi πυροβολήθηκε και κάηκε μαζί με τα παιδιά της στο Khaybek».

Η NKVD δηλώνει για την σφαγή στο Khaybek:

«Βλέποντας ότι ήταν αδύνατη η μεταφορά των κατοίκων και την αναγκαιότητα εκπλήρωσης των στόχων του σχεδιασμού της επιχείρησης «ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ» έγκαιρα, ήταν απαραίτητο να σκοτώσουμε περισσότερους από 700 κατοίκους του χωριού Khaybek».

Για αλλά χωριά ο John Dunlop γραφεί: «Τους έπνιξαν, τους πυροβόλησαν ή τους σκότωσαν με χειροβομβίδες». Τα υπάρχοντα των εξόριστων, από είδη οικιακής χρήσης μέχρι ζώα και κτηνοτροφικό εξοπλισμό κατασχέθηκαν από μέλη της NKVD. Αυτό έδωσε σε αυτές τις στρατιωτικές ομάδες ένα επιπρόσθετο κίνητρο για να εμποδίσουνε τους εξόριστους από το να πάρουν τα υπάρχοντα τους μαζί τους στην γη που επανατοποθετήθηκαν. Όταν τα χωριά είχαν εκκενωθεί, κάηκαν συστηματικά από τα στρατεύματα της NKVD. Μια αυτόπτης μάρτυρας θυμάται: «Για μέρες μπορούσες να δεις χωριά να καίγονται στα βουνά».

Οι αφηγήσεις για τον εκτοπισμό δίνουν μεγάλη έμφαση στην φρίκη της διαδικασίας της εξορίας που υπήρχε.

Περίπου 387.229 Τσετσένοι και 91.250 Iνγκουσέτιοι (οι οποίοι μοιράζονταν την Τσετσενο-Iνγκουσέτικη αυτόνομη σοβιετική σοσιαλιστική δημοκρατία με τους Τσετσένους) συγκεντρώθηκαν, υπό την απειλή όπλων, σε οχήματα μεταφοράς ζώων γνωστά σαν «echelons» για να εξοριστούν στην Σιβηρία και την Κεντρική Ασία.

Άλλοι 30.000 Τσετσένοι οι οποίοι ζούσαν απέναντι από τα σύνορα της Τσετσενο-Ινγκουσέτικης αυτόνομης Σοβιετικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας στις γειτονικές περιοχές του δυτικού Νταγκεστάν (περιοχή Aukhov) συνελήφθησαν από τους άνδρες του Beria και εξορίστηκαν κι αυτοί.

Επί πρόσθετα, ομάδες της NKVD ξεκίνησαν ένα κυνηγητό για Τσετσένους σε άλλες δημοκρατίες και εκατοντάδες από αυτούς, που ζούσαν στις επαρχίες του Αζερμπαϊτζάν, στο Krasnodar, το Rosotov της Ρωσίας και τη Γεωργία, συνελήφθησαν και εξορίστηκαν.

Μικρές ομάδες Τσετσένων στα βουνά είχαν την δυνατότητα να αποφύγουν την εξορία και να κάνουν αντισοβιετικές επιθέσεις για χρόνια μετά τον Φεβρουάριο του 1944, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των Τσετσένων δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής. Όσοι ανήκαν σ’ αυτήν την καταδικασμένη από το σοβιετικό καθεστώς εθνότητα αναγνωρίζονταν από τα εσωτερικά διαβατήρια, συλλαμβάνονταν και εξορίζονταν.

Στις αφηγήσεις των Τσετσένων τα περισσότερα ηλικιωμένα θύματα θυμούνται με πικρή ειρωνεία ότι μεταφέρθηκαν σε αποθήκες τραίνων, τα οποία παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην τότε Σοβιετική Ένωση. Οι Τσετσένοι επιβιβάστηκαν στα βαγόνια μεταφοράς ζώων, με μόνη διαφοροποίηση ότι τους παρείχαν μια σωλήνα τοποθετημένη στο πάτωμα για τουαλέτα.

Ο Mark Taplin γράφει για αυτά τα βαγόνια: «Τα οχήματα μεταφοράς ζώων είχαν κρατηθεί στην άκρη για την ειδεχθή δουλειά του Beria καθώς είχαν χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο και σε προηγούμενες εκτοπίσεις. Είχαν πιάσει κρούστα από παλιά περιττώματα και είχαν πασαλειφτεί με ξερό αίμα και ούρα. Με πρακτική εξάσκηση η NKVD είχε τελειοποιήσει τέτοιες απαίσιες επιχειρήσεις σε μια απάνθρωπη ‘‘επιστήμη’’. Αυτή η ‘‘μετακίνηση’’ εκτελέστηκε με μια ψυχρή αποτελεσματικότητα, που μοιάζει με την εξορία των Εβραίων στα στρατόπεδα θανάτου στην Πολώνια και στη Γερμανία».

Ο διωγμός των Τσετσένων και άλλων μικρών σοβιετικών εθνών, ήταν στην πραγματικότητα μια ολοκληρωτική εθνική εκκαθάριση. Ο Στάλιν χρησιμοποίησε την λέξη «Ochistit» (εκκαθαρίζω) στις διαταγές του προς τον Beria.

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

Οι Τσετσένοι σφραγίστηκαν σε φυλασσόμενα οχήματα για δυο ή τρεις εβδομάδες μέχρι τα τραίνα να διασχίσουν την σοβιετική ένωση και να κατευθυνθούν προς το ανατολικό Καζακστάν, το Κιρκιγιστάν και την Σιβηρία.

Όλες οι Τσετσένικες οικογένειες είχαν να διηγηθούν ιστορίες από χαμένους που πέθαναν στα τραίνα του διωγμού, που τις θυμούνται μέσα από τις αφηγήσεις για την εξορία που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.

Η παρακάτω αφήγηση είναι αντιπροσωπευτική αυτής της παράδοσης: «Από το κρύο και την βρωμιά άρχισαν να αρρωσταίνουν. Οι άνθρωποι πέθαναν από τον τύφο και οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να θάψουν αυτούς που πέθαιναν. Στις σπάνιες στάσεις στις άδειες στέπες οι στρατιώτες διέσχιζαν τα βαγόνια και πετούσαν έξω τα πτώματα».

Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία: «Το τραίνο σταμάτησε, ξανά, σε έναν ενδιάμεσο σταθμό στη στέπα και η πόρτα άνοιξε. Από το διπλανό βαγόνι έφτασε στα αυτιά μας μια κραυγή. Ποιος να είχε πεθάνει, άραγε; Ήταν μια έγκυος γυναίκα, που το μωρό της είχε πεθάνει».

Οι περισσότερες μαρτυρίες τονίζουν το γεγονός ότι οι στρατιώτες προσπάθησαν να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους σε κάθε βαγόνι τραίνου και οι εξόριστοι διηγούνται φρικιαστικές ιστορίες για τον τρόπο με τον οποίο ταξίδευαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε ανυπαρξία της στοιχειώδους υγιεινής στα σφραγισμένα βαγόνια. Ο τύφος ξέσπασε ανάμεσα στους ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους και οδήγησε  πολλούς στο θάνατο, με πιο ευάλωτους τους νέους και τους ηλικιωμένους.

Όταν έφθασαν στην κεντρική Ασία (οι περισσότεροι εξορισμένοι είχαν φτάσει μέσω της Alma Atta, την πρωτεύουσα της σοβιετικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας του Καζακστάν) 239.768 Τσετσένοι συγκεντρώθηκαν σε στρατόπεδα στο Καζακστάν και 70.997 στο Κιρκιγιστάν, ενώ οι υπόλοιποι ήταν διασκορπισμένοι στο Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν, το Ιρκούτσκ και στο Yakut, στη Σιβηρία. Πολλοί στάλθηκαν και σε στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων στη Σιβηρία.

Οι Τσετσένοι, όντας βουνίσιοι, είχανε τρομερή δυσκολία προσαρμογής στο κλίμα και τις συνθήκες στα μέρη της εξορίας και πολλοί πέθαναν από ελονοσία, τύφο, εντερικά προβλήματα και την έκθεση σε κακές συνθήκες διαβίωσης στις παράγκες, τα καταλύματα και τις αποθήκες.

Η πλειοψηφία των εξορισμένων κατέληξε σε ειδικά στρατόπεδα στην άγονη στέπα του Καζακστάν. Ένας Τσετσένος που επέζησε από την εξορία αφηγείται: «Πολλοί Τσετσένοι και Ινγκουσέτιοι πέθαναν από τις μεγάλες χιονοπτώσεις και τις χιονοθύελλες, με θερμοκρασία -40οC στην ατελείωτη στέπα. Οι «ειδικοί άποικοι» οδηγήθηκαν σε ειδικό καθεστώς διαβίωσης».

Τους πρώτους μήνες πέθαναν αβοήθητοι περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι. Πηγές των Σοβιετικών αρχών επιβεβαιώνουν τις κατηγορίες των Τσετσένων για υψηλό ρυθμό θνησιμότητας και δήλωσαν ότι μεταξύ του 1944 και του 1948 απεβίωσε περίπου το 24% των Τσετσένων, Ινγκουσέτιων, Karachais και Balkar που ήσαν εξόριστοι στο Καζακστάν.

Περιέργως, ίσως σαν αποτέλεσμα του τραύματος της εξορίας, ο ρυθμός γεννήσεων των Τσετσένων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στην ΕΣΣΔ. Οι Τσετσένοι φαίνεται ότι γεννούσαν εσκεμμένα παιδιά προκειμένου να κρατήσουν ζωντανό το έθνος τους.

Τα άλλα εξόριστα έθνη υπέστησαν σοβαρές απώλειες σε δημογραφική βάση, ενώ ο αριθμός των Τσετσένων που επέστρεψε στην πάτρια γη, μετά την λήξη της εξορίας κατά το 1956-1957 ήταν σχεδόν ίσος με αυτών που εξορίστηκε. Κατά την περίοδο της εξορίας οι Τσετσένοι φαίνεται πως είχαν αναπτύξει έναν κοινό πόθο για συνέχιση της φυλής τους.

Με την απουσία των Τσετσένων και των Ινγκουσέτιων η δική τους Αυτόνομη Δημοκρατία δεν υπήρχε και μετασχηματίστηκε στη Γκρόζνι Oblast (περιοχή του Γκρόζνι). Επί πλέον το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους στις νότιες περιοχές της διασκορπισμένης Τσετσενο-Ινγκουσέτικης Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας παραχωρήθηκε στη Δημοκρατία της Γεωργίας, χώρα καταγωγής του Στάλιν. Δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι και μικρότερος αριθμός Οσσετίων (ένας γειτονικός Καυκάσιος λαός, που ως επί το πλείστον αποτελείται από χριστιανούς), Avars και Dargins (μουσουλμανικές εθνικότητες που ζουν στην Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Νταγκεστάν) εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλειμμένα χωριά και σπίτια των Τσετσένων. Αυτοί φαίνεται να προσπάθησαν να εξαλείψουν κάθε τι που θυμίζει τον τρόπο ζωής των προηγούμενων κατοίκων με σκοπό να νομιμοποιήσουν ως δικά τους τα σπίτια και τη γη.

Επιπρόσθετα ο Στάλιν χρησιμοποίησε την μεγάλη επινοητικότητα του Orwell για να εκκαθαρίσει αυτήν την περιοχή από τα στοιχεία των Τσετσένων που κατοικούσαν σ’ αυτή. Τζαμιά κατεδαφίστηκαν, λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα Τσετσενικά κάηκαν, επιγραφές στην Τσετσένικη γλώσσα καταστράφηκαν και τα νεκροταφεία των Τσετσένων βεβηλώθηκαν.

Η εξάλειψη κάθε ανάμνησης από τους Τσετσένους επεκτάθηκε και σε τοπογραφικά ονόματα και πολλά ονόματα αρχαίων Τσετσένικων τόπων, ρωσοποιήθηκαν. Η Τσετσένικη πόλη Uruw Martan έγινε Krasmoarmeiskii (κόκκινος στρατός), η Achkoi Martan έγινε Novoselskii (καινούργιο χωριό), η Shalinskii έγινε Mezhdurechenskii (ανάμεσα σε ποταμούς) κ.τλ.

Οι Τσετσένοι όπως και οι άλλοι εξορισμένοι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης, όπως οι Ινγκουσέτιοι, οι Kalmyks, οι Meshketioan Turks, οι Τάταροι της Κριμαίας, οι Γερμανοί του Volga, οι Karachais και οι Balkars εξαφανίστηκαν από τον εθνικό χάρτη της ΕΣΣΔ.

O John Dunlop δηλώνει: «Η Τσετσένο-Ινγκουσετική Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία εξαφανίστηκε μέσα σε ένα πηγάδι αναμνήσεων».

Οι Τσετσένοι μιλούν με αποστροφή για τα χρόνια ταπείνωσης που πέρασαν όσο ίσχυε το καθεστώς Spetskomandantskii (ειδικό διοικητικό στρατιωτικό).

Αυτή είναι μια ιστορία που δεν θα πρέπει να ξεχαστεί…

To A’ μέρος εδώ

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 32, Δεκέμβριος 2004
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.