ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΤΣΕΝΟΙ (Μέρος Α΄)

Μια μικρή ιστορία για την γενοκτονία που συνεχίζεται

[Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στους «έκπληκτους» και «δυσανασχετούντες» για τα όσα αποσπασματικά δίνονται μέσω των ειδησεογραφικών πρακτορείων και αφορούν τις βίαιες επιθέσεις αυτοκτονίας που πραγματοποιούν Τσετσένοι αντάρτες στην Τσετσενία, το Νταγκεστάν στο Μπεσλάν και στον Καύκασο γενικότερα.

Αυτοί λοιπόν που «δικαίως» εξανίστανται για τους νεκρούς στο θέατρο ή στο Μετρό της Μόσχας από τις επιθέσεις, που πραγματοποιούν οι λεγόμενες «μαύρες χήρες» ξεχνούν πως η κρατική κτηνωδία (και συγκεκριμένα του ρωσικού κράτους απέναντι στους Τσετσένους) είναι αναμενόμενο να επιφέρει τέτοιες καταστάσεις.

Ελάχιστοι, όμως, είναι όσοι αναφέρονται στη γενοκτονία που συνεχίζουν να εφαρμόζουν τα στρατεύματα κατοχής του ρωσικού κράτους.

Η γενοκτονία του Τσετσένικου πληθυσμού συνεχίζεται. Η, ταυτόχρονη με την επιδρομή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβίας, ισοπέδωση της πρωτεύουσας της Τσετσενίας Γκρόζνυ από τα Ρωσικά αεροπλάνα και τα άρματα μάχης και στη συνέχεια η, χωρίς κανένα ενδοιασμό, εξόντωση για όσους υπήρχε ακόμη και η υπόνοια πως στραβοκοιτούσαν το εγκάθετο από τη Ρωσία καθεστώς των Καντίρωφ, δεν σταμάτησε ούτε απέναντι στα παιδιά των Τσετσένων.

Παρά την συνεχιζόμενη γενοκτονία και της δολοφονίες, για περισσότερο από δέκα χρόνια, το αντάρτικο εναντίον των ρώσων κατακτητών συνεχίζεται. Το εμιράτο του Καυκάσου ορθώθηκε, ως ένας απειλητικός εφιάλτης, για την αιμοσταγή ρωσική κυριαρχία.

Πάντως, απέναντι σ’ όσα συμβαίνουν εκείνο που χρειάζεται να επισημάνουμε είναι πως όσο «ένοχοι» είναι οι σφαγιαζόμενοι από το ρωσικό κράτος στον Καύκασο, άλλο τόσο «ένοχοι» είναι κι αυτοί που βρήκαν, μόλις πρόσφατα, το θάνατο στο Μετρό της Μόσχας. Η διαφορά, κατά πάσαν πιθανότητα, βρίσκεται στο επίπεδο φτώχειας και κατατρεγμού ως προς τους μεν ή τους δε. ]

 ***

Οι Τσετσένοι είναι γηγενής λαός από τον βόρειο Καύκασο. Μιλούν μια ιδιαίτερη καυκάσια γλώσσα που δεν είναι ούτε σλαβική, ούτε τουρκική, ούτε περσική, αλλά είναι στενά συνδεδεμένη με την γλώσσα της γειτονικής Ινγκουσετίας.

Οι Τσετσένοι και οι προγονοί τους, όπως φαίνεται, έχουν ζήσει στο βόρειο Καύκασο που ήταν η πατρική τους γη για πολλές χιλιάδες χρόνια. Ένα μέρος ή όλη τους η γη είχε κατακτηθεί για μεγάλες χρονικές περιόδους από Ιρανούς Alans (προγόνους των Οσσετίων) από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα, από την Χρυσή Ορδή (Golden Horde) τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, και μετά από την Ρωσική Αυτοκρατορία, η οποία βρισκόνταν σε ανταγωνισμό για την κυριαρχία του Βορείου Καυκάσου που ξεκίνησε τον 16ο αιώνα, τελικά κατάφερε να κατατροπώσει τους Οθωμανούς και Πέρσες αντιπάλους της.

Οι Τσετσένοι ήταν από την παράδοση τους αδιαπραγμάτευτα ανεξάρτητοι και δημοκρατικοί βουνίσιοι. Ο Ρώσος ποιητής Lermontov το 1832, έγραψε: «Ο θεός τους είναι η ελευθερία, ο νόμος τους είναι ο πόλεμος». Από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι Τσετσένικες φυλές προσχώρησαν στη Σουνιτική θεώρηση (σέκτα) της μουσουλμανικής θρησκείας, με έμφαση στο πρότυπο του μυστικιστικού Σουφισμού, ο οποίος συνδιάζει τον ασκητισμό, την αναζήτηση της προσωπικής ένωσης με το θεό, την υποταγή των δόκιμων μοναχών στον αρχηγό και τη δοξασία του ghazavat, ή του ιερού πολέμου, σαν μέσο άμυνας εναντία στην ξένη κυριαρχία. Η μουσουλμανική θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Τσετσένικη κοινωνία. Ωστόσο, η αρχέγονη δομή της φατρίας στην κοινωνική και πολιτική ζωή παραμένει σταθερή, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη αιματηρές βεντέτες και άλλα έθιμα.

Η Tσετσένικη γη έχει έκταση περίπου 6.000 τετραγωνικά μίλια. Τα δυτικά της σύνορα με τη δημοκρατία της Ινγκουσετίας δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί. Η Γεωργία, που είναι τώρα ανεξάρτητο κράτος, εξαπλώνεται πάνω από τα βουνά μέχρι το νότο. Το Νταγκεστάν, μια δημοκρατία της ρωσικής ομοσπονδίας, βρίσκεται ανατολικά και βόρεια, ενώ η Stavropol Krai και η βόρεια Δημοκρατία της Οσσετίας καλύπτουν το βορειοδυτικό τμήμα της Tσετσένικης γης. Το Βόρειο μισό της Τσετσενίας είναι ένα εύφορο κομμάτι γης που διασχίζεται από τους ποταμούς Terek και Sunja. Το νότιο μισό περικλείει τους δασώδεις πρόποδες που φθάνουν ως τις βόρειες πλαγιές της κύριας οροσειράς του Καυκάσου.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1989, ο πληθυσμός της Τσετσενο-Ινγκουσετικής Αυτόνομης Δημοκρατίας αριθμείται σε 1.270.000 κατοίκους. Οι περιοχές που τώρα θεωρούνται μέρος της Τσετσενίας είχαν 1.084.000 κατοίκους, από τους οποίους 715.000 ήταν Τσετσένοι, 269.000 ήταν Ρώσοι (μαζί με τους Κοζάκους) και 25.000 Ινγκουσέτιοι. Το 1989 ο πληθυσμός της Τσετσένικης πρωτεύουσας Γκρόζνι ήταν 397.000, εκ των οποίων 210.000 ήταν Ρώσοι και 121.000 Τσετσένοι. Από την απογραφή του 1989 έχει γίνει σημαντική μετανάστευση Ρώσων από το Γκρόζνι στην Τσετσενία, πιθανόν πάνω από 100.000 άτομα, πριν ακόμα από το Δεκέμβριο του 1994. Οι Τσετσένοι, που ζούσαν σε άλλες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ, το 1989 υπολογίζονται στους 242.000, με 58.000 στο Νταγκεστάν, 50.000 στο Καζακστάν, 19.000 στην Ινγκουσετία και 2.000 στην Μόσχα.

Οι Τσετσένοι αρχικά ήταν βοσκοί και κτηνοτρόφοι. Σύμφωνα με την απογραφή του 1989 το 70% των Τσετσένων ζούσαν σε αγροτικές περιοχές. Οι πλούσιες πετρελαιοπηγές που βρίσκονταν γύρω από το Γκρόζνι, είχαν ήδη υποστεί εκμετάλλευση από το 1893. Αν και η τωρινή παραγωγή πετρελαίου έχει παρακμάσει (το 1992 υπερβαίνει ελάχιστα τους 3.500.000 τόνους), το Γκρόζνι έχει παραμείνει σημαντικό κέντρο διύλισης (περίπου 6.500.000 τόνους πετρελαίου το 1992) και πετροχημικής παραγωγής. Αποτελεί ένα κομβικό σημείο για εμπόριο μέσω των οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων, αλλά και για σημαντικούς αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αεριού. Το ενδιαφέρον της Ρωσίας να ελέγξει τους αγωγούς του πετρελαίου της Κασπίας αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στο να παρθεί η απόφαση να σταλεί ρωσικός στρατός στην Τσετσενία. Η απασχόληση στην πετρελαιοβιομηχανία του Γκρόζνι αποτέλεσε πόλο έλξης για πολλούς Ρώσους. Έτσι ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε από 97.000 (68.000 Ρώσους) το 1926 σε 397.000 (210.000 Ρώσους) το 1989.

Το Ρωσικό σύνταγμα (άρθρο 65) καταγραφεί την Τσετσένικη Δημοκρατία σαν ένα μέρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Παρ’ όλα αυτά η κίνηση απόσχισης άρχισε να κερδίζει έδαφος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1991 η Τσετσενία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στις 17 Μαρτίου του 1992 τέθηκε σε ισχύ σύνταγμα το οποίο ορίζει την Τσετσένικη δημοκρατία ως ένα ανεξάρτητο λαϊκό κράτος που κυβερνάται από την βουλή και τον πρόεδρο της δημοκρατίας.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ευρασία έχει οδηγήσει σε πολλά γεγονότα τα οποία ελάχιστοι αναλυτές της Δύσης είχαν προβλέψει κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ένα από τα πιο απίθανα γεγονότα που σχετίζεται με την κατάρρευση του κομμουνισμού σε αυτήν την αχανή έκταση, ήταν η συντριπτική νίκη της μικρής αυτόνομης ισλαμικής δημοκρατίας της Τσετσενίας στον πόλεμο του 1994 – 1996, για την ανεξαρτησία, εναντία στην Ρωσική ομοσπονδία. Θυμίζει την περίπτωση Δαβίδ εναντίον Γολιάθ. Ομάδες Τσετσένων μαχητών αντιμετώπισαν τη δύναμη του Ρωσικού στρατού, συχνά με ανοιχτές πολεμικές συρράξεις, και σημείωσαν επανειλημμένες νίκες με έξυπνους στρατηγικούς ελιγμούς, κατά του επαγγελματικού στρατού της Μόσχας ο οποίος είναι μεγαλύτερος αριθμητικά και καλύτερα εξοπλισμένος.

Ενώ ο προηγούμενος αρχηγός του Ρωσικού στρατού, ο υπουργός εθνικής άμυνας Pavel Grachev καυχιόταν ότι η συντριβή των Τσετσένων αυτονομιστών με μια μόνο αεροπορική μοίρα είναι υπόθεση λίγων ωρών, η πανωλεθρία στην Τσετσενία απέδειξε στον κόσμο πόσο πολύ είχε επιδεινωθεί η αποτελεσματικότητα του Ρωσικού στρατού στη μάχη.

Ενώ οι Τσετσένοι μπορούσαν επίσημα να δηλώνουν ότι είναι νικητές του πρώτου ρωσο-τσετσενικού πολέμου της δεκαετίας του 1990, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένας νικητής σ’ αυτή την αιματηρή διαμάχη. Πλήθος Τσετσένικων χωριών καταστράφηκαν, το Γκρόζνι ισοπεδώθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους βομβαρδισμούς που έγιναν στην Ευρώπη από την εποχή του βομβαρδισμού της Δρέσδης. Δεκάδες χιλιάδες Τσετσένοι και Ρώσοι που ζούσαν στην Τσετσενία έχασαν τη ζωή τους, εκατοντάδες χιλιάδες έγιναν πρόσφυγες και η οικονομία της ανεξάρτητης Ichkeria, (όπως ήταν τότε γνωστή η Τσετσενία) κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή.

Παρά την απόπειρα κατασκευής ενός καθεστώτος αυτονομίας στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σαν δημοκρατία του Ταταρστάν, οι Τσετσένοι βρέθηκαν ανασυνταγμένοι πίσω από ηγέτες όπως ο Djokhar Dudayev, ο Aslan Mashkadon και ο Shamil Basayev, και επέλεξαν να πολεμήσουνε την διηπειρωτική Ρωσία μέχρις εσχάτων για πλήρη ελευθερία. Το βαρύ κόστος της ανεξαρτησίας για τον Τσετσένικο λαό δεν μπορεί να υπολογιστεί με κοινωνικό-οικονομικούς όρους.

Εάν η καταστροφή από την πρώτη μετα-σοβιετική εισβολή δεν ήταν επαρκής, η πλειοψηφία της υποδομής της μικρής Τσετσένικης δημοκρατίας, η οποία ξαναχτίστηκε το 1996, ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά από τους Ρωσικούς βομβαρδισμούς στα τέλη του 1999 με αρχές του 2000, που ξεπέρασαν σε ένταση ακόμα και εκείνες του προηγουμένου πολέμου.

Καθώς, από το καλοκαίρι του 2000, ο Ρωσικός στρατός είναι απασχολημένος με μια δεύτερη πιο καταστροφική εισβολή στην Τσετσενία που εμμένει στην ανεξαρτητοποίηση της, πολλοί λίγοι από το Κρεμλίνο φάνηκε να έχουν διδαχθεί από τον πρώτο πόλεμο. Παρά τις απώλειες ζωών των στρατιωτών τους (παραδέχθηκαν το θάνατο περίπου 2.500 στρατιωτών σε αυτή την δεύτερη εκστρατεία, αριθμός μάλλον χαμηλός σύμφωνα με τους εξωτερικούς αναλυτές), η Ρωσική κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να εκδικηθεί για την ήττα της στον προηγούμενο Τσετσένικο πόλεμο με κάθε κόστος. Ο νέος πόλεμος στην Τσετσενία ακολουθεί το σχέδιο του πολέμου του 1994-1996 και με αργό ρυθμό μετατρέπεται σε πόλεμο οικονομικής φθοράς, καθώς αποστραγγίζει τον Ρωσικό πλούτο, και καταλήγει σε εκπληκτικά μεγάλο κόστος σε ζωές, για τους κάποτε γεμάτους αυτοπεποίθηση Ρώσους στρατηγούς. Οι στρατηγοί προέβλεπαν με μεγάλη σιγουριά ένα μικρό νικηφόρο πόλεμο ενάντια στους «τρομοκρατικούς ληστρικούς σχηματισμούς», το φθινόπωρο του 1999 ο δεύτερος Ρωσο-Τσετσενικός πόλεμος έχει καταλήξει σε τέλμα.

Οι πολιτικοί της Δύσης παρακολουθούν κατάπληκτοι την Ρωσία να εμπλέκεται σε ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στους αμάχους κι αυτό δείχνει από μόνο του ότι ο δεύτερος Τσετσένικος πόλεμος είχε όλη τη λογική μιας Αμερικανικής εισβολής στο Βιετνάμ, προκειμένου να εκδικηθεί για την ήττα από τους Βιετκόνγκ. Η αίσθηση μιας συλλογικής αμνησίας που αφορά τις απώλειες στην πρώτη αιματηρή Τσετσένικη διαμάχη, η οποία κυριαρχεί στην Ρωσία σήμερα, προσφέρει μια μεγάλη αντίθεση στην σιωπηλή αίσθηση της συλλογικής μνήμης από την προηγουμένη καταπίεση που γνώρισαν οι Τσετσένοι, εχθροί της ρωσικής ομοσπονδίας.

Ενώ πολλά έχουν γραφτεί για τους λόγους που οδήγησαν τη Ρωσική Κυβέρνηση να ξεκινήσει τον δεύτερο μετασοβιετικό Τσετσένικο πόλεμο (συγκεκριμένα αναφέρεται η επιδέξια πολιτική του προέδρου Πούτιν να τιθασεύει την δύναμη σε ένα κύμα ρωσικής ξενοφοβίας και μιλιταρισμού), πολύ λίγη προσοχή έχει δοθεί στους αντιπάλους της Ρωσίας, τους Τσετσένους ή στους λόγους που για δεύτερη φορά έμπαιναν οι τελευταίοι σε πόλεμο με τον Ρωσικό στρατό. Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας παράγοντας που έχει παραληφθεί τελείως από τους υπολογισμούς της Δύσης για τις πρόσφατες Ρωσο-Τσετσένικες διαμάχες και αυτός είναι οι Τσετσένοι από μόνοι τους. Με απερισκεψία περιγράφτηκαν ως «τρομοκρατικοί ληστρικοί σχηματισμοί» από τον Ρωσικό τύπο και εκτιμήθηκε σαν «εσωτερικό πρόβλημα» από τους πολιτικούς της Δύσης σκοπεύοντας περισσότερο στο να δικάσουν τον Ρώσο αρχηγό παρά να αποτρέψουν την μαζική κατάχρηση των χαρακτηριζόμενων ως ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι Τσετσένοι αγνοήθηκαν σαν λαός από αυτούς που παρακολούθησαν τον πρόσφατο πόλεμο. Τυπικά, εκείνοι οι οποίοι μελέτησαν τον πόλεμο έκαναν εκτιμήσεις για τους Τσετσένους οι οποίες ήταν υπεραπλουστευτικές, τονίζοντας την μακρά παράδοση πολέμου ανά τους αιώνες με τους Ρώσους με το αιτιολογικό της στενόμυαλης αντίστασης στους Ρώσους. Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ αποτελεί γεγονός η συλλογική μνήμη της πρόσφατης γενοκτονίας που βίωσε αυτός ο μικρός λαός από την Σοβιετική κυβέρνηση (το χρονικό διάστημα 1940 με 1950) και η οποία έχει παίξει ρόλο καταλύτη στην στρατιωτικοποίηση αυτής της μουσουλμανικής κοινωνίας στην μετα-σοβιετική εποχή.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ

Οι αναλυτές έχουν προσδιορίσει, εν μέρει, τους λόγους που οδήγησαν στο να παρθεί η απόφαση από τους Τσετσένους αρχηγούς να περάσουν σε πόλεμο με την Ρωσία τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο Ρωσο-Τσετσένικο πόλεμο της δεκαετίας του 1990, αναφερόμενοι σε μια πολεμική παράδοση που χαρακτηρίζει αυτόν τον Ισλαμικό Καυκάσιο βουνίσιο λαό, ο οποίος είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα γνωστός σαν αμείλικτος εχθρός της Ρωσίας. Αυτή η έχθρα με την Ρωσία έχει αυξηθεί από το γεγονός ότι οι Τσετσένοι έχουν έναν πολιτισμό που δοξάζει τα όπλα. Έχουν επίσης δυνατούς κώδικες τιμής, η υπεράσπιση των οποίων πολλές φορές οδηγεί σε αιματηρές βεντέτες. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία κανένα έθνος γύρω από τον Βόρειο Καύκασο δεν είχε μια τόσο βίαιη πορεία διαμάχης με τους Ρώσους, όπως οι Τσετσένοι.

Με την πάροδο του 19ου αιώνα, οι Τσετσένοι μαθητές (ιεροί πολεμιστές, που ανήκουν στις αδελφότητες της αίρεσης Sufi) μάχονται σε ένα αιματηρό πόλεμο εναντία στην επεκτατική Ρωσική Αυτοκρατορία κατά την διάρκεια της οποίας πολλά χωριά ορεσίβιων και οι κάτοικοι τους σφαγιάστηκαν από τις Ρωσικές δυνάμεις εισβολής. Τα μέρη όπου θάφτηκαν οι σκοτωμένοι μαθητές και οι θρησκευτικοί αρχηγοί της αίρεσης Sufi συνέχισαν να αποτελούν μνημείο σε αυτήν την μάχη και εφόδιο για ένθερμους Τσετσένους μουσουλμάνους κατά την σοβιετική περίοδο, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τις αρχές προκειμένου να ξεριζώσουν τέτοιους «πρωτόγονους και προληπτικούς συνεχιστές». Η επίσκεψη στον τάφο ενός μαθητή της αίρεσης Sufi επιβεβαιώνει την Τσετσένικη ισλαμική ταυτότητα κατά την διάρκεια μιας περιόδου αναγκαστικού κομμουνιστικού αθεϊσμού και το σύνδεσμο με τους ευσεβείς προγόνους.

Η συλλογική μνήμη από την βάρβαρη υποδούλωση των προγόνων των Τσετσένων από τη Ρωσία παρέμεινε ζωντανή κατά την διάρκεια της σοβιετικής περιόδου παρά το γεγονός ότι οι Τσετσένοι μαθητές που μάχονταν ενάντια στην Ρωσία περιγράφτηκαν σε επίσημα σοβιετικά κείμενα ως «φανατικοί – αντιδραστικοί» και «μεγαλοαστοί ληστές». Κάτι που δεν ίσχυε βέβαια μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οπότε οι Ρώσοι αντιβασιλείς Vorontson και Bariatinskii, τελείωσαν την εργασία που τους ανατέθηκε από τον στρατηγό Yermolov, σύμφωνα με την οποία οι φοβεροί βουνίσιοι μουσουλμάνοι Τσετσένοι, ο γηγενής πληθυσμός αυτής της Καυκάσιας περιοχής που, παρά τη θέληση του, ενέδωσε σε μια διοίκηση από τους Ρώσους και τους σοβιετικούς, η οποία κράτησε πάνω από ένα αιώνα. Από το οχυρό του Γκρόζνι (το οποίο σημαίνει «τρομερό» ή «απειλητικό» στα Ρωσικά, όπως ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός), ο στρατός του Yermolov είχε αρχίσει να διώχνει τους Τσετσένους από τις πεδιάδες στα βουνά.

Ο Yermolov δήλωσε κατά λέξη: «Εγώ επιθυμώ ο τρόμος του ονόματος να φυλάξει τα σύνορα μας περισσότερο δραστικά από ότι οι αλυσίδες και τα φρούρια, ο λόγος μου πρέπει να είναι για τους κατοίκους ένας νόμος πιο αναπόφευκτος κι από τον θάνατο», δήλωση την οποία θυμούνται ακόμα και σήμερα οι Τσετσένοι. Αυτή η μακρόχρονη μνήμη του πολέμου με τους Ρώσους παίζει ένα ρόλο-κλειδί, κυρίως στην απόφαση πολλών Τσετσένων μαχητών να σηκώσουν τα όπλα και να παλέψουν ενάντια στους ιστορικά «Άλλους» προς το λαό τους, κατά τη διάρκεια του Τσετσένικου πολέμου του 1994 έως το 1996 και την επακόλουθη ρωσική εισβολή του 1999 – 2000.

Κανένα γεγονός στην αιματηρή ιστορία των σχέσεων μεταξύ Τσετσένων και Ρώσων δεν είχε μια τόσο μακροχρόνια επίδραση στην συλλογική ψυχή αυτού του λαού, όσο ο τραγικός ξεριζωμός τους από την πάτρια γη στην κεντρική Ασία, στις τελευταίες μέρες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 η NKVD (πρόδρομος της KGB) τοποθέτησε μεραρχίες γύρω από όλα τα Τσετσενικά χωριά και με περίσσια βιαιότητα φόρτωσε ολόκληρο το Τσετσένικο πληθυσμό σε οχήματα μεταφοράς ζώων για την «μετακίνηση» τους από τον τόπο τους σε πεδιάδες του Καζακστάν, στην τάιγκα της Σιβηρίας, και σε βουνά του Κιργκιζιστάν με την επίσημη δικαιολογία ότι είχαν συνεργαστεί με την Βέρμαχτ κατά την διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην πρώην σοβιετική ένωση. Χιλιάδες ορεσίβιοι Τσετσένοι πέθαναν, επάνω σε σφραγισμένα κάρα, εξ αιτίας της έλλειψης νερού και φαγητού, των άθλιων συνθηκών υγιεινής και της έλλειψης ιατρική περίθαλψης, ενώ χιλιάδες ήταν και αυτοί που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα αφιλόξενα μέρη που στήθηκαν οι καταυλισμοί τους. Οι απώλειες σε αυτήν την τραγωδία ξεπέρασαν ακόμα και εκείνες των τελευταίων πολέμων.

Για δώδεκα χρόνια οι εξασθενημένοι Τσετσένοι ζούσαν διασκορπισμένοι, μακριά από την πατρική γη. Με τον θάνατο του Στάλιν και την αύξηση της εξουσίας του ρεφορμιστή σοβιετικού αρχηγού Nikita Khryshchev επιτράπηκε στους Τσετσένους η επιστροφή στη Τσετσενο-Ινγκουσέτικη Αυτόνομη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, που την μοιράστηκαν με τους εθνο-γλωσσικούς συγγενείς τους, τους Ινγκουσέτιους.

Παρά το γεγονός ότι ήταν η σοβιετική κυβέρνηση που τους εξόρισε και ούτε ο Ιωσήφ Στάλιν ούτε ο αρχηγός της NKVD, o Lavrentii Beria ήταν Ρώσοι (που στην πραγματικότητα ήταν από την Μινγκρέλια της Γεωργίας), αυτό το στοιχείο διαφοροποίησης παραβλέφθηκε από τους Τσετσένους οι οποίοι είδανε την εξορία ως την «τελική λύση» στην επί δεκαετίες σθεναρή αντίσταση απέναντι στον ρωσικό ζυγό. Στην Τσετσένικη συλλογική μνήμη αναφορικά με την εξορία, αυτό που εντυπώθηκε και παραμένει ουσιαστικό είναι πως οι Ρώσοι είναι αυτοί που πραγματοποίησαν αυτή τη θηριωδία.

Η συλλογική μνήμη αυτού του γεγονότος χώρισε την Τσετσένικη ταυτότητα από αυτήν τη μέρα και οι «ειδικοί» που αναλύουν τις σχέσεις των ηγετών των Τσετσένων με τους γειτονικούς λαούς και τις γειτνιάζουσες περιοχές (όπως την πρόσφατα ανεξάρτητη δημοκρατία της Γεωργίας, τους ομόφυλους Ινγκουσέτιους, τους εν μέρει Χριστιανούς Οσσέτιους, την Μόσχα, και πιο πρόσφατα την αποτελούμενη από πολλά έθνη δημοκρατία του Νταγκεστάν της Ρωσικής ομοσπονδίας) θα έπρεπε λαμβάνουν υπ’ όψη τους αυτό το παράγοντα όταν προσπαθούν να κάνουν προβλέψεις για τις πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες των Τσετσένων.

Σήμερα, ελάχιστοι στη Δύση δείχνουν ενδιαφέρον γι’ αυτήν την αξιοπρόσεκτη φύση του τραγικού γεγονότος, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τη σύγχρονη Τσετσένικη κοινωνία και την δυναμική της και την εικόνα των συλλογικών δραστηριοποιήσεων των ανθρώπων αυτών.

Η ανάλυση της εξορίας και των τρόπων με τους οποίους οι Τσετσένοι εθνοκρατικοί εκπρόσωποι έχουν εκμεταλλευτεί αυτό το γεγονός, θα δώσει μια μοναδική γνώση των τρόπων, με τους οποίους κοινωνίες μορφώθηκαν, πολιτικά πολιτισμικά και κοινωνικά, με βάση τις μνήμες από την θηριωδία σε βάρος τους. Επίσης, θα δείξει τους τρόπους με τους οποίους η υπενθύμιση της τραγωδίας αυτών των ανθρώπων μπορεί να κινητοποιήσει πολιτικά και στρατιωτικά τους απειλούμενους πληθυσμούς.

(Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 31, Νοέμβριος 2004

Το Β΄Μέρος εδώ

Both comments and trackbacks are currently closed.