ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ, ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑ και ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

Ιθαγενής ή αλλοδαπός, ντόπιος ή ξένος;

Αυτά τα ερωτήματα έρχονται συχνά πυκνά να τονίσουν διάφορες πλευρές της εξουσιαστικής κατάστασης με την οποία επιχειρείται να βαθύνουν ακόμα περισσότερο οι διαχωρισμοί ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ανθρώπων.

Όλα αυτά έρχονται στην επικαιρότητα με έντονο τρόπο μετά την επικείμενη ψήφιση του νόμου για την ιθαγένεια. Σύμφωνα μ’ αυτό το νόμο θα αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών κι όχι όλοι ανεξαιρέτως, όπως ισχυρίζεται μία από τις αντιτιθέμενες προς το νομοσχέδιο τοποθετήσεις.

Η αλήθεια είναι, πάντως, πως ένας σημαντικός αριθμός αλλοδαπών θα αποκτήσει την λεγόμενη ελληνική ιθαγένεια. Κι αυτό ήταν αναμενόμενο. Αποτελεί μέρος της συνολικότερης κατάστασης που έχει προκληθεί τόσο στον Ευρωπαϊκό και ελλαδικό χώρο, όσο και ευρύτερα.

Είναι φανερό πως η τεράστια κίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων σε διάφορες περιοχές του πλανήτη κατά την τελευταία εικοσαετία, είναι προϊόν των διαδικασιών ενοποίησης και επανενοποίησης της κυριαρχίας στην Ευρώπη και παγκόσμια. Αυτή η διαδικασία, που πήρε εκτεταμένες διαστάσεις μετά την δήθεν κατάρρευση του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ (κυριαρχίας), είναι χαρακτηριστικό πως –παρ’ όλο τον φαινομενικά άτακτο και χαοτικό χαρακτήρα της– στην πραγματικότητα διέπεται από την λογική της κυριαρχίας.

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην καταγραφή αυτής της λογικής, είναι χρήσιμο να δώσουμε τα χαρακτηριστικά όλων αυτών των εκατομμυρίων ανθρώπων που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο και οι οποίοι χαρακτηρίζονται με το γενικό όνομα μετανάστες.

Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πως πρόκειται για αλλοδαπούς, ανθρώπους δηλαδή που έρχονται από ένα άλλο μέρος της γης. Οι άνθρωποι αυτοί διακρίνονται σε μετανάστες και πρόσφυγες. Σε αντίθεση με τους μετανάστες, πρόσφυγες είναι αυτοί που έφυγαν από ένα μέρος της γης προκειμένου να αποφύγουν την φυσική τους εξόντωση. Ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από την εγκαθίδρυση στο τόπο τους ενός καθεστώτος ή την κατάκτηση της περιοχής που ζουν από στρατεύματα άλλου κράτους. Συνήθως οι πρόσφυγες καταφεύγουν σε γειτονικές περιοχές ή κράτη και θεωρούν την φυγή τους προσωρινή, προσβλέποντας στην επιστροφή τους.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1922, οι πρόσφυγες από τη Ρουάντα στα μέσα της δεκαετίας του 1990, μετά από τις εκατοντάδες χιλιάδες σφαγιασθέντων ανθρώπων της φυλής Τούτσι από τους Χούτου, οι πρόσφυγες από την Παλαιστίνη, σαν αποτέλεσμα των διωγμών που ακολούθησαν την κατασκευή του Ισραηλινού κράτους στην περιοχή το 1948 κ.λπ. Το κύριο χαρακτηριστικό των προσφύγων είναι πως η απομάκρυνσή τους από ένα τόπο οφείλεται σε βίαιες εξαναγκαστικές συνθήκες.

Ο μετανάστης, από την άλλη, βρίσκεται σε μια διαφορετική κατάσταση. Φεύγει από ένα τόπο που ζούσε προηγουμένως επιδιώκοντας να ζήσει με διαφορετικό τρόπο, προσβλέποντας σε οικονομικά οφέλη και επιδιώκοντας να ενταχθεί σε κάποιο κράτος. Προκειμένου να επιτύχει αυτούς τους στόχους, ο μετανάστης θα δεχθεί και θα υποστεί –όπως και ο πρόσφυγας, άλλωστε, αλλά με διαφορετική αφετηρία (το διωγμό)– μια σειρά από εξευτελισμούς και αντιανθρώπινες καταστάσεις, που σε πολλές περιπτώσεις θα τον οδηγήσουν και στο θάνατο. Όλοι γνωρίζουμε πως δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους την τελευταία εικοσαετία στον ελλαδικό χώρο ή στην προσπάθειά τους να περάσουν σ’ αυτόν. Πνιγμένοι στα κύματα του Αιγαίου πελάγους, δολοφονημένοι στις χαράδρες και τα περάσματα των συνόρων από συνοριοφύλακες και διακινητές σωμάτων και πραγμάτων, νεκροί ή ακρωτηριασμένοι από νάρκες, πυροβολημένοι από διάφορους «αγανακτισμένους».

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο, που θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν, είναι ότι ο πρόσφυγας που κινείται στην κατεύθυνση της οικονομικής του αποκατάστασης και της εγκατάστασής του σε μόνιμη βάση ή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα σε χώρα που δεν γειτονεύει με τον χώρο που ζούσε μέχρι προ τινός βρίσκεται σε μια κατάσταση, όπου πλησιάζει περισσότερο προς τα χαρακτηριστικά του μετανάστη. Από αυτό το γεγονός και προκειμένου να «καλυφθεί» και η άρνηση των κρατών να αναγνωρίσουν μια περιοχή ως εμπόλεμη ζώνη, έχει εφευρεθεί ο όρος του «οικονομικού» μετανάστη, εξυπονοώντας πως υπάρχει και ο πολιτικός μετανάστης. Είναι μια πολιτική προσπάθεια διαχείρισης μιας εξουσιαστικής πραγματικότητας από τη μεριά των τεχνικών της εξουσίας. Όμως άλλο πρόσφυγας κι άλλο η μικτή συνθήκη, στην οποία βρίσκεται αυτός που βαφτίζεται σιωπηλά ή φανερά ως «πολιτικός» μετανάστης. Όσο πιο θολή παρουσιάζεται μια κατάσταση τόσο πιο περίπλοκα και αντικοινωνικά είναι τα ζητήματα που παρουσιάζονται.

Πάντως είναι αδιαμφισβήτητο πως όλος αυτός ο ανεξέλεγκτος πληθυσμός δεν αποτελείται μόνο από άτομα με καλές διαθέσεις. Και θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αρκετοί άνθρωποι του ελλαδικού χώρου έχουν υποστεί τις κακόβουλες διαθέσεις και ενέργειες από ένα μέρος αυτού του συνόλου. Η συλλήβδην «αγιοποίηση» ανθρώπων μόνο στην εξαπάτηση και στην πολιτική εκμετάλλευσης αποσκοπεί, κατασκευάζοντας ψέματα και μύθους. Αυτό εφαρμόζεται για πολιτικούς, κυρίως, λόγους σε σχέση με διάφορες ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων, οι οποίες έχουν υποστεί την κρατική κτηνωδία και γι’ αυτό ή για διάφορους άλλους λόγους, τούς έχουν αποδοθεί κάποια χαρακτηριστικά φετιχιστικής υφής. Πρόκειται για την εξουσιαστική λογική που τοποθετεί στο απυρόβλητο την εργατική τάξη, τους φοιτητές, τους φυλακισμένους, τους επαναστάτες, τους μετανάστες και δεν συμμαζεύεται.

Δεν χρειάζεται να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα. Ο βιασμός, η ληστεία, ο φόνος, ο ξυλοδαρμός, το εμπόριο πάσης φύσεως ναρκωτικών ουσιών κλπ δεν δικαιολογούνται. Η σιωπή μπροστά σε τέτοιες πράξεις που γίνονται από αλλοδαπούς, με το επιχείρημα ότι βλάπτουν την υπόθεση των μεταναστών δεν στέκει. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις όχι μόνο δεν ωφελείται η όποια «υπόθεση» αλλά, αντίθετα, βλάπτεται ανεπανόρθωτα ο αγώνας για την ελευθερία και την αδελφοσύνη των ανθρώπων, που αναδεικνύεται μόνο μέσα από την ειλικρίνεια και την εμμονή στην αλήθεια που υπάρχει πίσω από τα επιφαινόμενα.

Ας περάσουμε, τώρα, στο ζήτημα της εκτεταμένης μετακίνησης ομάδων τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Στο διάστημα αυτό, ο Ελλαδικός χώρος μετατράπηκε, για μιαν ακόμη φορά, σε μια αποθήκη ανθρώπων που προέρχονταν τόσο από γειτονικές περιοχές, όσο και από διάφορα μέρη του πλανήτη. Τώρα ήρθε η ώρα του «ξεσκαρταρίσματος» που έχει πολλές όψεις. Οι περισσότεροι από εκείνους που κόπτονται υπέρ ή κατά της παραχώρησης της ιθαγένειας «ξεχνούν» πως παράλληλα υπάρχουν ήδη οι «επαναπροωθήσεις», κοινώς απελάσεις αλλοδαπών, που αποτελούν μέρος της συνολικότερης διαδικασίας.

Είναι κοινή διαπίστωση πως παρ’ ότι σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες που πέρασαν είχαμε ένα εκτεταμένο κύμα μετακινήσεων –οι οποίες συνεχίζονται με τον ίδιο περίπου ρυθμό– ο έλεγχος εκ μέρους της κυριαρχίας παραμένει τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ηπειρωτικό επίπεδο. Αλλά, ακόμα κι αν αυτό δεν ίσχυσε σε ορισμένες περιπτώσεις, το κενό ανέλαβαν να καλύψουν οι εφεδρικοί μηχανισμοί που, όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωση, ξεπηδούν μέσα από τα σπλάχνα του κρατισμού.

Οι ισχυρότερες και «αποτελεσματικότερες» συμμορίες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ επανδρώθηκαν από πράκτορες της πρώην ΚGB και των μυστικών υπηρεσιών των υπόλοιπων χωρών, για να «εμπλουτιστούν» στη συνέχεια από τους ανασχηματισμένους κρατικούς μηχανισμούς. Οι εφεδρικοί αυτοί μηχανισμοί κινούνται σύμφωνα με τη γενική ντιρεκτίβα που υπάρχει και που είναι κατανοητή στους εξουσιαστικούς κύκλους, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η διάσπαση τού μέχρι τότε υπάρχοντος κοινωνικού ιστού με την «κατάρρευση» στο λεγόμενο ανατολικό μπλοκ, αλλά και τις επεμβάσεις σε διάφορα επίμαχα σημεία του πλανήτη απομάκρυνε το ενδεχόμενο επαναστατικών διεργασιών κι εξεγέρσεων. Αλλά κι όπου υπήρξαν τέτοιου είδους γεγονότα, π.χ. Αλβανία, πάλι ελέγχτηκαν από τους γνωστούς καπετάνιους των τωρινών πολιτικών διαχειριστών του κρατισμού.

Όμως, ξέχωρα από τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζονται από την ανεξέλεγκτη μετακίνηση μεγάλων ομάδων ανθρώπων, υπάρχουν και τα κοινωνικοπολιτικά αποτελέσματα που έχουν σχέση με την σταθεροποίηση ενός καθεστώτος, που προκύπτει μετά από την διάσπαση της προηγούμενης κατάστασης. Κατασκευάζονται, έτσι, τεράστια κενά μέσα στον κοινωνικό χώρο που μετασχηματίζουν την προηγούμενη κατάσταση που υπήρχε. Αυτό δυσχεραίνει τις συνθέσεις προς μια εξεγερτική κατεύθυνση με προοπτική την ανάπτυξη ευρύτερων απελευθερωτικών και αντικρατικών διεργασιών.

Επειδή ο μετανάστης, όντας όχι απλά ευάλωτος, αλλά κυριολεκτικά πρόθυμος να υποστεί τα πάνδεινα προκειμένου να παραμείνει και να ενταχθεί στον «καινούργιο θαυμαστό κόσμο», δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «κοινωνικό στρώμα» ή «κατηγορία» που θα προκαλέσει ως τέτοιο κοινωνικές αναταράξεις και πολιτικές ανατροπές. Αν λάβουμε, μάλιστα, υπ’ όψιν μας και τον κατακερματισμό αυτού του μεγάλου αριθμητικά πληθυσμού, τότε γίνονται αντιληπτές οι καλλιεργούμενες αυταπάτες. Ακόμα και οι προσεγγίσεις που γίνονται, βρίσκονται αντιμέτωπες με την επιθυμία των ανθρώπων αυτών να αντικαταστήσουν τις συνθήκες σκλαβιάς που ζούσαν μέχρι τώρα με ένα καλύτερο κράτος-αφέντη.

Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να προκαλείται σύγχυση με συνθήκες που προηγήθηκαν και με σχέσεις αγώνα που αναπτύχθηκαν σε άλλες περιπτώσεις και με άλλης προέλευσης ανθρώπους, όπως π.χ. οι πρόσφυγες από τη Μ. Ασία. Στην περίπτωση εκείνη είχαμε να κάνουμε με πρόσφυγες κι όχι μετανάστες και επί πλέον υπήρχαν πολλά συνεκτικά στοιχεία τα οποία μπόρεσαν να συνδέσουν αυτές τις ομάδες ανθρώπων με τον υπόλοιπο πληθυσμό του ελλαδικού χώρου. Ακόμα, όμως, και σ’ εκείνη την κατάσταση δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις, οι διαχωρισμοί και οι ρατσιστικού τύπου συμπεριφορές.

Θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρήσουμε, μετά από τα όσα περιεκτικά εκτέθηκαν, πως η απόφαση για την παραχώρηση της ιθαγένειας –που ανήκει στο σκληρό πυρήνα των εξουσιών– σημαίνει πως δεν είναι μια επιπόλαιη κίνηση. Είναι μια κρατική επιλογή που κινείται πάνω σε ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της κυριαρχίας και για τον οποίο έφτασε η στιγμή να αποκτήσει σάρκα και οστά. Η σχεδιαζόμενη παροχή της ιθαγένειας σε μεγάλο αριθμό αλλοδαπών είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει επιπρόσθετες εντάσεις και αντιπαραθέσεις.

Το κράτος δείχνει αποφασισμένο, μετά το πρώτο «ξεσκαρτάρισμα», να εδραιώσει τις συνθήκες μιας νέας περιόδου. Μια περίοδος μέσα από την οποία θα κατασκευαστούν εκείνες οι προϋποθέσεις για το μπλοκάρισμα και την απομάκρυνση κοινωνικών διεργασιών που προκαλούν εξεγέρσεις. Άλλωστε ο Δεκέμβρης του 2008 είναι πολύ πρόσφατος και οι επιδράσεις του στον κοινωνικό χώρο εξακολουθούν να υφίστανται.

Στην κατεύθυνση ενίσχυσης των επιλογών του κράτους είναι αναμενόμενο να επιστρατεύονται και διάφορες προοδευτικές απόψεις.

Σ’ αυτή τη λογική πρέπει να δούμε και το βιβλίο της Θάλειας Δραγώνα και της Άννας Φραγκουδάκη «Τι είναι η Πατρίδα μας;». Η προσφορά υπηρεσιών σε συγκεκριμένες επιλογές της κυριαρχίας επενδύεται με ορισμένες αλήθειες. Το ζήτημα, όμως, δεν βρίσκεται στο αν λέγονται με έναν ορισμένο τρόπο κάποιες αλήθειες, αλλά τί υπηρετούν. Αυτό ορίζεται από το ποια θέση έχουν μέσα στο σύστημα εξουσίας αυτοί που την προβάλλουν και από τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που καλούνται –με το αζημίωτο πάντοτε– να «ανακαλύψουν» αυτά που ήδη έχουν επαναδιατυπωθεί.

Το ζήτημα της παροχής ιθαγένειας είναι αναμενόμενο να οδηγήσει σε πολώσεις ανάμεσα στο ρατσισμό και τον αντιρατσισμό, κατάσταση που αφήνει ανεπηρέαστο τον κρατισμό. Παράλληλα, η ενσωμάτωση θα ενισχύσει τους διαχωρισμούς και την ανάπτυξη ακόμη περισσότερων ανταγωνισμών στον κοινωνικό χώρο. Σε αντίθεση με τις απόψεις των αρτηριοσκληρωτικών εθνικιστών, με αυτό το μέτρο στην πραγματικότητα θα ενισχυθεί ο εθνικισμός. Άλλωστε, ο εθνικισμός και ο κρατισμός δεν βρίσκονται σε αντίθεση με το πολυπολιτισμικό κοινωνικό μοντέλο.

Η επίτευξη ενός πολυπολιτισμικού εθνικισμού (ή εθνισμό για όσους αρέσκονται σε μετριοπαθείς ορισμούς), προκαλεί τις επιθυμητές για τους κρατούντες συνθήκες επιβολής.

Είμαστε ενάντιοι στα εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων αλλοδαπών τις δύο τελευταίες δεκαετίες στον ελλαδικό χώρο. Αυτό, όμως, δεν θα πρέπει να θολώσει την δυνατότητά μας να σκεφτόμαστε και να δρούμε σε μια αντικρατική και απελευθερωτική προοπτική. Αυτό μας κάνει να στεκόμαστε ενάντια σε νομοθετήματα και θεσμούς.

Σκοπός του λόγου και της δράσης μας, ως αναρχικών, είναι να κάνουμε φανερά τα σχέδια του κράτους και των κάθε λογής υποστηρικτών του, οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στηρίζουν και προωθούν τους σχεδιασμούς του. Δεν είμαστε εμείς που θα παλέψουμε για τα δικαιώματα των μεταναστών. Άλλωστε η παροχή της ιθαγένειας δεν είναι δικαίωμα. Δεν ανήκει στον κύκλο των απατηλών εκείνων θεσμικών παραχωρήσεων που ονομάζονται δικαιώματα. Με την παραχώρηση της ιθαγένειας αναγνωρίζεται η ιδιότητα του υπηκόου και σ’ αυτό το ζήτημα είναι ξεκάθαρο πως οι αναρχικοί δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να σιγοντάρουν διαδικασίες που ενισχύουν τον κρατισμό.

Η προσπάθειά μας κατευθύνεται στην ανάδειξη και αποκάλυψη των αντι-ανθρώπινων όρων που προέρχονται από την ύπαρξη του κράτους και των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Σ’ αυτή την κατεύθυνση επιδιώκουμε την ανάπτυξη και το δυνάμωμα των κοινωνικών συνθέσεων και την αντικρατική δράση. Η δράση μας, όμως, ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση δεν ταυτίζεται με την επιδίωξη αναγνώρισης δικαιωμάτων από το κράτος.

Και δεν πρόκειται για κάποιου είδους «χρυσή τομή», αλλά για την στάση που οφείλουν να έχουν οι αναρχικοί αποφεύγοντας τα ολισθήματα και τις παλινδρομήσεις επ’ ωφελεία των κρατικών, εξουσιαστικών κι εκμεταλλευτικών μετασχηματισμών που προωθούν οι κρατούντες.

 (Απαραίτητη επισήμανση: Το κείμενο δεν στέκεται στους νομικούς διαχωρισμούς μεταξύ υπηκοότητας και ιθαγένειας, εφ’ όσον είναι σαφές πως αυτού του είδους οι διαχωρισμοί και οι κατηγοριοποιήσεις αφορούν την εξουσία, η οποία συντηρεί τις ψευδαισθήσεις των «προνομιούχων» (ιθαγενών) και μη (υπηκόων). Όμως και οι μεν και οι δε, είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν στα κελεύσματα της εξουσίας. Με τέτοιους διαχωρισμούς συγκαλύπτονται οι συνθήκες σκλαβιάς, που ισχύουν για όσους περιλαμβάνονται σ’ αυτές τις κατηγοριοποιήσεις).

Συσπείρωση Αναρχικών

 (Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 91, Φεβρουάριος 2010)
Both comments and trackbacks are currently closed.