Δολοφονικές μπανάνες: Dole Food Company και Chiquita Brands International

Όταν κράτος και κεφάλαιο αναδιαρθρώνονται, παραμερίζουν για τις ανάγκες τους παλιές και δοκιμασμένες μεθόδους καταστολής και «αποκαλύπτουν» σκάνδαλα και δολοφονίες που ως τώρα θεωρούνταν θέματα ταμπού.

Έτσι έγινε και στις περιπτώσεις των εταιριών Dole Food Company και  Chiquita Brands International .
Οι (παρα)στρατιωτικοί δολοφόνοι που για δεκαετίες δολοφονούσαν και εξαφάνιζαν όσους αντιστέκονταν,  για λογαριασμό των εταιριών, βρέθηκαν ξαφνικά μάρτυρες κατηγορίας  εναντίον των εταιριών και κατέθεσαν στις αστικές αγωγές υπέρ των  οικογένειων των θυμάτων τους. Οι δίκες αφορούν την χρηματοδότηση της  Autodefensas Unidas de Colombia (AUC), τη μεγαλύτερη (παρα)στρατιωτική οργάνωση της χώρας, που  «επίσημα» παροπλίστηκε το 2006.

Έτσι στις 6 Δεκεμβρίου 2009, ο  (παρα)στρατιωτικός José Gregorio Mongones  δήλωσε   σε ένορκη βεβαίωση ότι η Dole Food Company και η Chiquita Brands International πλήρωσαν μια κολομβιανή (τρομο)κρατική οργάνωση για την παροχή υπηρεσιών προστασίας που περιλάμβανε τη δολοφονία συνδικαλιστών.

Ο Mongones, περισσότερο γνωστός με ψευδώνυμο του «Carlos Tijeras»,  ανέλαβε την αρχηγία της AUC Μέτωπο του Γουλιέλμου Rivas στο τμήμα ανάπτυξης μπανάνας της Magdalena τον Μάρτιο του 2002, κληρoνομώντας ένα καθεστώς προστασίας με το οποίο η Chiquita καταβάλλει στην ομάδα, «τρία σεντ στο δολάριο για κάθε κουτί των μπανανών που αποστέλλονται από την Κολομβία » σύμφωνα με την κατάθεσή του.

Η Dole πλήρωσε στους παραστρατιωτικούς ένα  φόρο  70.000 πέσος ανά εκτάριο γης στην περιοχή ελέγχου του Μετώπου στο Τμήμα Μαγκνταλένα, σύμφωνα με την κατάθεση. Σε αντάλλαγμα, είπε  ο Mongones, το Μέτωπο William Rivas προστατεύει τις επιχειρήσεις από τις απειλές που προέρχονται από ομάδες συμπεριλαμβανομένων ανταρτών, «εχθρικών» συνδικάτων, και  κοινούς κλέφτες…

Παράλληλα ο Μongones έδωσε τα ονόματα  12 ατόμων των οποίων τις δολοφονίες λέει διέταξε μετά την ενημέρωση του από την Dole, ότι ανήκαν ή είχαν σχέση με αριστερούς αντάρτες. Συνολικά, ομολόγησε την «παραγγελία»  περισσότερων από 500 δολοφονιών.

Η Chiquita κατηγορήθηκε το 2007 ότι πλήρωσε πάνω από 1,7 εκατομμύρια δολάρια στην AUC, την (τρομο)κρατική ομάδα  που οργανώθηκε από το Στέιτ Ντηπάρτμεντ από το 2001 και της επιβλήθηκε πρόστιμο 25 εκατομμυρίων δολαρίων.

Οι συγγενείς  των θυμάτων της (παρα)στρατιωτικής βίας κατέθεσαν αστική αγωγή κατά της Chiquita λίγο αργότερα. Ο εν ενεργεία δικηγόρος στρατηγός των ΗΠΑ Eric Holder  υπερασπίστηκε τη Chiquita στην έρευνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης που έληξε το 2007.

Η Dole αρνήθηκε την υποστήριξη Κολομβιανών παραστρατιωτικών σε ένα δελτίο τύπου με ημερομηνία 29 Απριλίου, την επόμενη ημέρα αφού  κατατέθηκε αστική αγωγή κατά της εταιρείας στο Λος Άντζελες από 73 συγγενείς δολοφονημένων Κολομβιανών.

Το δελτίο Τύπου αναφέρει. «Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην καταγγελία είναι βασισμένοι σε ψευδείς καταγγελίες τρομοκρατών που έχουν καταδικαστεί από την Κολομβία, ο οποίοι έχουν κάθε κίνητρο να ψεύδονται για τις δραστηριότητές τους με σκοπό την ελαχιστοποίηση του χρόνου φυλάκισης τους για τα τρομοκρατικά εγκλήματα τους.»

Οι επαφές της Dole με τα μέσα επικοινωνία αναφέρουν σε  ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ότι  της εταιρίας «τα σχόλια είναι αμετάβλητα» από αυτά του δελτίου τύπου του Απρίλη.

Ο δικηγόρος των εναγόντων, Τέρι Collingsworth, διαφώνησε, λέγοντας σε συνέντευξή του ότι ο Tijeras και οι άλλοι απόστρατοι  παραστρατιωτικοί «θα πάρουν (φυλάκιση) τα χρόνια τους με βάση τον αριθμό των ανθρώπων που σκότωσαν και όχι  εάν ενέπλεξαν την Dole. Η συμμετοχή πολυεθνικών εταιρειών στην παραστρατιωτική βία δεν είναι καθόλου παράγοντας στις ποινικές υποθέσεις τους στην Κολομβία», πρόσθεσε.

Ο Collingsworth λέει ότι οι πρώην διοικητές παραστρατιωτικών μιλάνε για φερόμενη συμμετοχή τους με την Dole από οργή για την κυβέρνηση της Κολομβίας, για τη μη επέκταση αμνηστίας σε αυτούς σε αντάλλαγμα για την αποστράτευση.

Το κολομβιανό Κογκρέσο ψήφισε την να μην επεκταθεί η αμνηστία σε παραστρατιωτικές ομάδες αποστράτων στο νόμο 2005 Ειρήνης και  Δικαιοσύνης, αν και ο νόμος προβλέπει μείωση των ποινών έως και οκτώ ετών για όσους καταθέτουν για τα εγκλήματά τους.

«Νιώθουν σαν να πουλήθηκαν. Δεν έχουν τίποτα να χάσουν και έτσι ομολογούνΚαι θα πάρουν οκτώ χρόνια, έτσι ίσως ώστε επίσης να μπορέσουν να πουν και την πλήρη ιστορία και να συζητήσουμε για το ποιος άλλος συμμετείχε σε αυτήν,» είπε ο Collingsworth για του πρώην παραστρατιωτικούς διοικητές.

Η ιστορία της Chiquita και η ανάμειξη της στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ξεκινάει  από το 1899. Η United Fruit Company ήταν μια αμερικανική εταιρία που διακινεί  τροπικά φρούτα (κυρίως μπανάνες και ανανάδες). Στις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα είχε υπό τον  έλεγχο της τεράστιες εκτάσεις και τα δίκτυα μεταφοράς στην Κεντρική Αμερική, την Καραϊβική, τις ακτές της Κολομβίας, του Ισημερινού και τις Δυτικές Ινδίες. Αν και ανταγωνίστηκε με την Standard Fruit Company για την κυριαρχία στο διεθνές εμπόριο μπανάνας, διατήρησε σχεδόν μονοπωλιακή θέση σε ορισμένες περιοχές. Από το 1970 συγχωνεύεται με την Eli M. Black’s AMK και μετονομάζεται σε United Brands Company, από το 1984 μετονομάζεται σε Chiquita Brands International.

Η εταιρία περιπλέκεται στενά με τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και εμπλέκεται σε σειρά πραξικοπημάτων, δολοφονιών, καταστολής και εντάσεων σε όλη την λατινική Αμερική.

Στη Γουτεμάλα το 1954 εμπλέκεται στο πραξικόπημα κατά του προέδρου της Γουατεμάλας Jacobo Arbenz. Στη συνέχεια θα  δωροδοκήσει τη δεξιά κυβέρνηση του στρατηγού  Οσβάλντο López Arellano, μέχρι το «Bananagate». Κατά τη διάρκεια Bananagate, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Chiquita (τότε United Brands) έπεσε από ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης, η πτώση του θεωρήθηκε «αυτοκτονία» Περιπλέκονται στενά με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, «El pulpo», το χταπόδι, στραγγάλισε κάθε δραστηριότητα που απειλούσαν τα κέρδη της.

Στη Νικαράγουα μέσω του πρέσβη των ΗΠΑ Τζον Νεγρεπόντε , που επέβλεψε την δημιουργία αεροπορικής βάσης Ελ Aguacate, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένα κολαστήριο βασανιστήρίων, στο οποίο δολοφονήθηκαν εκατοντάδες κρατούμενοι και θάφτηκαν κρυφά. Η Τσικίτα στήριξε τον στρατηγό Μαρτίνεζ , δημιούργησε το τάγμα  που συμμετείχε και στον «βρώμικο πόλεμο» την δεκαετία του ΄80 στην Αργεντινή.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μετά από έναν καταστροφικό τυφώνα που κατέστρεψε και ανάγκασε σε μετατόπιση εκατοντάδες χιλιάδες  Νικαραγουανούς και Ονδουριανούς εργάτες, το υποκατάστημα της Κόστα Ρίκα δράττοντας την ευκαιρία, «προσέλαβε» χιλιάδες ανασφάλιστους και χωρίς χαρτιά πρόσφυγες που δεν είχαν καμιά δυνατότητα οργάνωσης.

Στην δεκαετία του ΄90 επίσης η η Cinncinati Enquirer σε έκθεση που δημοσίευσε ανέφερε, ότι οι εργαζόμενοι στις φυτείες είχαν εκτεθεί  επανειλημμένα σε τοξικές χημικές ουσίες. Ανέφερε επίσης ότι η Τσικίτα «δημιουργεί» μικρότερες εταιρίες για να μπορεί να ελέγχει τη γη, όπως κι εργατικά συνδικάτα για να πιέζει στην περαιτέρω συρρίκνωση των όποιων εργασιακών «δικαιωμάτων». Στην Ονδούρα με τη βοήθεια του στρατού εξόντωσε και εκδίωξε τους χωρικούς που αντιστέκονταν στην αρπαγή της γης τους.

Στην Κολομβία υποκίνησε και απαίτησε τις δολοφονίες αγωνιστών μέσω της (παρά) στρατιωτικής οργάνωσης  AUC, η οποία ανέλαβε και την εκδίωξη των μικροπαραγωγών, ώστε να μπορεί η Τσικίτα να ελέγχει τις  εκτάσεις, την παραγωγή και το δίκτυο.

Το 2005 η εταιρία ήρθε σε συμφωνία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και αφού είχε επιτύχει τον σκοπό της στον έλεγχο της περιοχής, χαρακτηρίστηκαν σύμφωνα με την αμερικάνικη νομοθεσία, τόσο η αριστερή πτέρυγα ανταρτών των FARC (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia) όσο και η παραστρατιωτική  AUC, τρομοκρατικές οργανώσεις. Η AUC μέχρι τότε είχε δολοφονήσει για λογαριασμό της Τσικίτα τουλάχιστον 4.000 αμάχους στις περιοχές της μπανάνας.

Η εταιρία ισχυρίζεται ότι όλα αυτά ήταν αναγκαία για την ασφάλεια του προσωπικού της εταιρίας σε μια βίαιη περιοχή…

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η παραγωγή μπανάνας ξεπερνούσε κατά πολύ την κατανάλωση, η επέκταση αυτή δικαιολογήθηκε από την εταιρία, ότι έγινε για να καλύψει και τις ανάγκες του πρώην ανατολικού μπλοκ…
Η αλυσίδα Wall Mart «έλυσε» το θέμα της απορρόφησης αφού ζήτησε για τα καταστήματα της  φτηνότερες και ταχύτερα παραγόμενες μπανάνες. Οι εργαζόμενοι στις φυτείες, για να μειωθεί το κόστος της μεταφοράς έδεναν τις  μπανάνες με σκοινιά, γύρω από τα στήθη τους και τις μετέφεραν με τα πόδια τουλάχιστον 3 χιλιόμετρα.

Στην Ονδούρα και στην Κόστα Ρίκα οι εργαζόμενοι εκτέθηκαν επικίνδυνα σε φυτοφάρμακα που δεν χρησιμοποιούνται πια σε ΕΕ και ΗΠΑ…

Το πρόσωπο της Τσικίτα όμως αλλάζει, γίνεται πια «πράσινο», σύμφωνα με πιστοποίηση της  Rainforest Alliance, η Τσικίτα ανακυκλώνει 100% τις πλαστικές σακούλες και του νήματος που χρησιμοποιεί και έχει μειώσει κατά 26% την χρήση φυτοφαρμάκων…

Ε. και Σ. από συλλογικότητα anarchypress
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.