ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΕΝΟΠΛΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 1896 ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1897 και η Πρώτη Κατάληψη Πανεπιστημιακού Χώρου (Μέρος Β΄)

Η ΕΝΟΠΛΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Έκτοτε, περίπου 200 φοιτητές μένουν διαρκώς εντός του πανεπιστημίου νύκτα μέρα μέχρι και την κατοπινή πολιορκία.

Το γεγονός της κατάληψης του πανεπιστημίου κάνει τεράστια αίσθηση σ’ ολόκληρη την κοινωνία, που τίθεται με το μέρος τους. Μεγάλη εντύπωση δημιουργεί και το φυλλάδιο που μοιράζεται σε 10.000 αντίτυπα δωρεάν.

Εν τω μεταξύ, η τότε πανίσχυρη Εθνική εταιρεία προπαγάνδιζε, ότι είχε έλθει ο καιρός για την προώθηση της μεγάλης ιδέας, ενώ οι αλλεπάλληλες διεισδύσεις αντάρτικων σωμάτων της στην Μακεδονία και οι φερόμενες επιτυχίες τους απέναντι στο τούρκικο στρατό, αλλά και οι ειδήσεις από την κρητική εξέγερση δημιουργούσαν ένα εθνικιστικό κλίμα. Σε σχετικό συλλαλητήριο που διοργανώνεται, οι φοιτητές βρίσκουν την ευκαιρία και δηλώνουν μεταξύ άλλων σε πλήθη κόσμου που συμμετέχουν: «…ούτε κυβέρνησις, ούτε άλλη τις μεγαλυτέρα δύναμις αν υπάρχη εν τω κράτει θα μας εκβιάση· και εις δε αστυφύλαξ, αν τολμήση να πατήση τον περίβολον, ή το πεζοδρόμιον του πανεπιστημίου θα φονευθή». Ούτε κουβέντα κατά των φοιτητών δεν ακούστηκε, όπως περιγράφει ο Μαρκόπουλος, σ’ αυτό το πολυπληθές συλλαλητήριο.

Το ίδιο βράδυ σε συγκέντρωση των φοιτητών παρουσιάζονται οι πρώτες διαφωνίες και συγκεκριμένα από την πλευρά κάποιων αντιπροσώπων από την Λακωνία, που ζητούν να υπάρξουν κάποιες υποχωρήσεις. Συγκεκριμένα αντέτειναν να σταλεί μια επιτροπή στον Γαλβάνη και να του προταθεί να ζητήσει συγγνώμη από την έδρα και από τον τύπο ώστε να θεωρηθεί το ζήτημα λυμένο.

Η πρόταση αυτή προκάλεσε διένεξη τέτοια ώστε να είναι έτοιμοι να αποχωρήσουν εκείνοι που την έθεσαν. Μπροστά στο ενδεχόμενο σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή να επέλθει μια γενικότερη καταστροφική διαφωνία, κάποιοι πρότειναν να γίνει δεκτή η πρόταση, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αδύνατον να γίνει δεκτή από τον Γαλβάνη. Η επιστολή συμπεριλάμβανε την υποχρέωση του Γαλβάνη να ζητήσει συγγνώμη μέσω του τύπου, από την έδρα για τις ύβρεις, ακόμα να δεχθεί τις πρωταρχικές υποδείξεις των τελειόφοιτων και να αντικαταστήσει τους δύο βοηθούς του που δεν είχαν παραιτηθεί. Το κείμενο συνοδευόταν από πενήντα υπογραφές.

Ο Γαλβάνης, μόλις διάβασε τις πρώτες προτάσεις, πέταξε την επιστολή στο δρόμο λέγοντας: «Κύριοι, νομίζω ότι η Ιατρική σχολή, ευρίσκεται προ τινος εν νευρική διεγέρσει». «Σεις είσθε άξιος ευεργετικού τινος καταστήματος, απήντησαν οι φοιτητές και απήλθον μανιώδεις εξ οργής». Ύστερα κι απ’ αυτό και οι λιγοστοί διαλλακτικοί έγιναν οι πλέον ανυποχώρητοι.

Το κράτος όμως άρχισε να θεωρεί, ότι πρέπει να τελειώνει με κάθε τρόπο μ’ αυτήν την κατάσταση που δεν μπορούσε να εκτονώσει.

Εκδίδονται περίπου 80 εντάλματα εναντίον αυτών που θεωρούνται από τις αρχές πρωταίτιοι. Οι λιγοστοί συλληφθέντες αρχίζουν να βασανίζονται στα τμήματα της αστυνομίας. Ο Κολομβάκης και ο Φανός ρίχνονται στις φυλακές του παλαιού στρατώνος, όπου βασανίζονται άγρια. Οι φοιτητές αρχίζουν να βγαίνουν κατά ομάδες με σκοπό να αντιταχθούν πάση θυσία σε επιχειρούμενες νέες συλλήψεις από τους αστυνομικούς.

Τρεις μέρες από την κατάληψη του πανεπιστημίου και η γενική κατάσταση είναι ιδιαίτερα έκρυθμη. Σ’ αυτό συμβάλουν και οι ειδήσεις, που διαρκώς έρχονται, σχετικά με το κρητικό ζήτημα, ενώ η Εθνική Εταιρία δεν σταματάει με εθνικιστικές προκηρύξεις να καλεί τον κόσμο στα όπλα.

Το κράτος, λοιπόν αποφασίζει να τελειώνει με τους φοιτητές. Την απόφαση αυτή πληροφορούνται οι φοιτητές και συγκεντρώνονται όλοι, εσπευσμένα, στο πανεπιστήμιο. Κάτω από τα πανωφόρια κάποιων κρύβονται 4-5 κοντά όπλα γκρα, που τα έφεραν Κρήτες φοιτητές οι οποίοι ήταν έτοιμοι να συμμετάσχουν στην κρητική επανάσταση.

Ετοιμασίες, όμως γίνονται και στο αντίπαλο στρατόπεδο. Τα κοντινά αστυνομικά τμήματα ενισχύονται, ενώ πολλές περιπολίες ιππέων και ευζώνων πραγματοποιούνται από το νωρίς το πρωί στους κεντρικούς δρόμους και στις πλατείες επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες των φοιτητών. Πραγματικά, στις δύο το μεσημέρι όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στο πανεπιστήμιο καταλαμβάνονται από αστυφύλακες, συγχρόνως μια ίλη Ιππικού παρατάσσεται μπροστά στα Προπύλαια και την Ακαδημία, ένας λόχος ευζώνων στο περιστύλιο της Ακαδημίας και ένας ακόμη λόχος πεζών στην Βαλλιάνειον Βιβλιοθήκη.

Οι αρχές δικαιολογούν την τεράστια αυτή κινητοποίηση λέγοντας, ότι διαθέτουν πληροφορίες, ότι στο πανεπιστήμιο βρίσκονται περίπου 200 φοιτητές με μεγάλη ποσότητα δυναμίτη, ενώ έχουν σε ετοιμότητα μεγάλη αντλία που μετέφεραν από το χημείο με την οποία είναι έτοιμοι να εκτοξεύσουν διάλυμα θεϊκού οξέως.

Τα νέα της πολιορκίας του πανεπιστημίου κυκλοφορούν γρήγορα σ’ ολόκληρη την πόλη, μ’ αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος ανθρώπων πίσω από την διπλή ζώνη αποκλεισμού που έχουν σχηματίσει οι κρατικές δυνάμεις.

Ο Φρούραρχος και ο αρχηγός της αστυνομίας στέλνουν τελεσίγραφο στους εξεγερμένους να βγουν μέσα σε δυο ώρες και «υπόσχονται» ότι θα παραμείνουν ατιμώρητοι. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αρχίζουν να βγαίνουν. «Οι δε μάλλον ζωηρότεροι με τα περίστροφα εις χείρας παρεκάλουν να μείνωσι όσοι εισίν ωπλισμένοι» και δηλώνουν σε φρούραρχο και αρχηγό της αστυνομίας, ότι θα πυροβολούν μόλις και ένας έστω αστυφύλακας ή στρατιώτης πατήσει τον περίβολο ή το πεζοδρόμιο του πανεπιστημίου, «κλείνοντες όλας τας θύρας, έθεσαν φρουρούς ενόπλους εις αυτάς, αφίσαντες μόνον την προς τα προπύλαια εξ ης εξηκολούθουν να εξέρχωνται».

Μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα όσοι ήταν να αποχωρήσουν το έκαναν, αφήνοντας πίσω περίπου 150 εξεγερμένους και αποφασισμένους για όλα ανθρώπους.

Οι έγκλειστοι αρχίζουν να προετοιμάζουν την άμυνα τους τοποθετώντας και μοιράζοντας τις δυνάμεις που υπάρχουν στις πύλες και ιδιαίτερα στα προπύλαια, ενώ «επί του αετώματος δε, ανέβησαν δύο εκατέρωθεν με όπλα γκρα».

Όταν άρχισε να πέφτει το σκοτάδι, ο κόσμος σιγά-σιγά διαλύεται, ενώ οι αρχές απαγορεύουν αυστηρά στους στρατιώτες να συνομιλούν με τους έγκλειστους. Στο κατειλημμένο πανεπιστήμιο έχει διακοπεί η παροχή ρεύματος. Οι έγκλειστοι μάταια προσπαθούν να ανακαλύψουν παλαιό οπλισμό της πανεπιστημιακής φάλαγγας. Αντί για οπλισμό βρίσκουν μεγάλο αριθμό λαμπάδων και κάθε μεγέθους, αλλά και πλήθος επίχρυσων κουμπιών που χρησιμοποιούντο στις στολές της πάλαι ποτέ πανεπιστημιακής φάλαγγας. Τα ευρήματα των έγκλειστων είχαν όμως μεγάλη ψυχολογική σημασία, καθώς δόθηκε η εντύπωση μιας ιδιαίτερης προετοιμασίας, αφού δεν ήταν γνωστή η προέλευση τους σε πολλούς.

Πάντως και παρ’ όλο τον αυστηρό αποκλεισμό τους, δεν στάθηκε αδύνατη η επικοινωνία με τους συμπαραστάτες. «Εν πρώτοις εδέχθημε γαλέτας τινάς και καπνόν ριφθέντα υπό του δισκοβόλου συναδέλφου μας Παρασκευόπουλου, εξ αποστάσεως 100 σχεδόν μέτρων εκ του παρά την βιβλιοθήκην σκοτεινού χώρου. Εκείθεν ελάβομεν και σημειώσεις τινάς, παρά γνωστών της επιτροπής μελών ενθαρρυνόντων ημάς και προτρεπομένων να εμμείνωμεν μέχρι της 10ης της επομένης», καθώς είχαν εκδηλωθεί και μέσα από τον στρατό φιλικές διαθέσεις.

Στους εξεγερμένους παρουσιάστηκε και ένας εκπρόσωπος της Εθνικής Εταιρείας βουλευτής αργότερα από την Λακωνία, προτρέποντας να υποχωρήσουν και να βγουν έξω, αφού δεν θα καταδιωχθούν. «Υμείς, έλεγεν, έχετε καθήκον να υπερασπίσητε την κινδυνεύουσαν πατρίδα, και τους έξω αδελφούς, μη αναστατώνητε την Ελλάδα, καθ’ ον χρόνο μέλλομεν να προβώμεν εις λύσιν του αιωνίου δι’ ημάς προβλήματος, την απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών, θυσιάσατε τέλος την ατομικήν σας τιμήν απέναντι της τιμής της πατρίδος».

Οι εξεγερμένοι δεν διστάζουν να του απαντήσουν: «Πλανάσθε Κύριοι, τω λέγομεν, με όλην την γεροντικήν και ανδρικήν σκέψιν, ο εχθρός της Ελλάδος δεν είναι εκεί όπου νομίζετε, ματαίως τρέχετε εκεί· ο επιφοβώτερος, καταστρεπτικώτερος και καταχθονιώτερος εχθρός υπάρχει, ενοικεί, εν τω κέντρω της ελευθέρας Ελλάδος ημείς τούτον εννοούμεν να καταστρέψωμεν πρώτον και αν θέλετε βοηθήσατέ μας». Μετά και από αυτήν την απάντηση ο «συμπαραστάτης» απομακρύνθηκε χωρίς άλλα λόγια. Ήταν άλλωστε στην σειρά και αρκετοί άλλοι.

Μια ώρα μετά αφέθηκε να προσεγγίσει τους έγκλειστους ένας συντάκτης της Ακρόπολης. Τους πληροφόρησε ότι ολόκληρη η πόλη βρίσκεται σε αναταραχή, ενώ οι αρχές εμποδίζουν τις ειδήσεις να φθάσουν στην επαρχία, αλλά παρόλα αυτά 500 Πατρινοί είναι έτοιμοι να φθάσουν με έκτακτες αμαξοστοιχίες.

Ακόμα τους ενημέρωσε για το συλλαλητήριο «το οποίον συνεκρούσθη προς την οδό Σταδίου μετά της εξουσίας» και ότι σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί και από τις δύο μεριές. Τα ονόματα των νεκρών διαδηλωτών άγνωστα, εκτός από εκείνο του μαθητή Βαρότση, «το πτώμα του οποίου εκράτησεν η Αστυνομία, μη επιτραπείσης της ταφής, προς αποφυγήν νέων σκηνών· ετάφη δε κρυφά υπό της αστυνομίας...».

Οι συμπλοκές βέβαια είχαν γίνει αντιληπτές από τους έγκλειστους. «Καθ’ ον χρόνον ηκούσθηκαν οι πυροβολισμοί οι επί του αετώματος φρουροί μας εφώναξαν »οι πολίτες φονεύονται» πάραυτα δι’ αστραπιαίας ταχύτητος κατελάβομεν τας θέσεις μας, οι δε εκ του αετώματος επλήρωσαν τα όπλα έτοιμοι να πυροβολήσωσι, και θα έπραττον τούτο, αν αφ’ ενός δεν ετρέπεντο οι έξωθεν ευρισκόμενοι πολιορκηταί εις φυγήν, και αφ’ ετέρου δεν ερρίπτομεν κραυγάς προς αυτούς».

Από τον συντάκτη της Ακρόπολης οι έγκλειστοι μαθαίνουν ακόμη ότι η κυβέρνηση τους χαρακτήρισε στασιαστές και προτίθεται το επόμενο πρωί να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Τελειώνοντας τους γνωστοποίησε την γενίκευση της κρητικής επανάστασης, τους επέστησε το καθήκον να σώσουν την πατρίδα και τους υποσχέθηκε την επόμενη φορά να τους προμηθεύσει τρόφιμα. Οι εξεγερμένοι, αφού τον ευχαρίστησαν για τις πολύτιμες πληροφορίες που τους έδωσε, του επανέλαβαν, όσα είχαν απαντήσει και στον εκπρόσωπο της Εθνικής Εταιρείας.

Σειρά είχαν εννέα καθηγητές που ζητούν να τους κάνουν κάποιες αναγγελίες. Οι καθηγητές, αναγνωρίζοντας το δίκιο τους για να τους κολακέψουν, προσπαθούν και αυτοί να προβάλλουν τις εθνικά κρίσιμες στιγμές που περνάει ο τόπος. Παίρνουν, όμως, την ίδια απάντηση με τους προηγούμενους μεσολαβητές και μάλιστα από ένα Κρητικό φοιτητή. Δυστυχώς, τέσσερις πέντε φοιτητές συνδιαλλέγονται με τους καθηγητές εν αγνοία των υπολοίπων και συνενοούνται –τον αντίκτυπο της προδοσίας θα τον δούμε παρακάτω– «όπως εξέλθη ο Β. Κωστόπουλος, και συννενοηθή προς τους έξω φοιτητάς, ενεργήσει, τέλος, όπως φροντίσωσι δια παντός μέσου, την ειρηνικήν λύσιν της πολιορκίας, αποφύγωσι δε να έλθωσι εις σύγκρουσιν μετά της εξουσίας».

Μόλις αποχωρούν και οι καθηγητές πραγματοποιείται έντονη κουβέντα ανάμεσα στους εγκλείστους, που αποφασίζουν να μείνουν και να περιμένουν την σημαντική επόμενη ημέρα.

Αξιοσημείωτη είναι και μια προσπάθεια έξι φοιτητών, που έχοντας στη διάθεση τους σχεδιάγραμμα των υπονόμων, προσπαθούν τις βραδινές ώρες της ημέρας που πραγματοποιήθηκε η αιματηρή διαδήλωση αλληλεγγύης να φέρουν τρόφιμα στους έγκλειστους. Η προσπάθεια τους δεν ήταν επιτυχής «διότι καίτοι κατωρθώθη να φθάσωσι υπό το προαύλιον του Πανεπιστημίου, καίτοι επιμόνως έκρουσαν την σκεπάζουσαν το εκεί στόμιον πλάκας της διερχόμενης υπονόμου, δεν εγένετο εις ημάς αντιληπτόν όπως ανοίξωμεν τούτο».

Παρ’ όλα αυτά, «μετά την ματαίωσιν του σχεδίου τούτου ερρίφθησαν αι γαλέται και αι σημειώσεις προς ημάς, εξ ων εφαίνετο η ληφθείσα απόφαση της συγκροτήσεως πανδήμου συλλαλητηρίου την 10ην της επομένης, μέχρις ου ενέτειλλο ημίν να εμμένωμεν πάση θυσία».

Οι αποφάσεις και το σχέδιο των συμπαραστατών ήταν ως εξής: θα γινόταν έκκληση προς τον κόσμο για να βοηθήσει τους έγκλειστους διασπώντας την στρατιωτική ζώνη και με το να ενωθεί μ’ αυτούς λύοντας βίαια την πολιορκία του πανεπιστημίου. «Καθ’ ον χρόνον οι αποτελούντες το συλλαλητήριον θα ώδευον δια της οδού Σταδίου και της Ακαδημίας περί τους 150 καλώς ωπλισμένοι φοιτηταί θα εξωρμώντο εκ διαφόρων σημείων της συνοικίας Νεαπόλεως και Κολωνακίου, και δι’ εφόδου εκδιώκοντες τους εις τον προ της Βιβλιοθήκης, Νοσοκομείου και Ανατομείου ευρισκόμενους πολιορκητάς να συγκοινωνήσωσι προς τους πολιορκημένους…».

Το ξημέρωμα βρίσκει μια πόλη «υπό εχθρικού στρατού καταληφθείσα». Σκοποί έχουν τοποθετηθεί σε κάθε διασταύρωση, αποσπάσματα έφιππων και πεζών διασχίζουν την πόλη. Όσο όμως πλησιάζει η ώρα για το συλλαλητήριο το πλήθος αυξάνεται στην πλατεία Ομονοίας και στους γύρω δρόμους και περιμένει τους φοιτητές να οδηγήσουν την πορεία. Όλη η φρουρά της πόλης είναι επί ποδός ακόμα και ο ίδιος ο διάδοχος ως διοικητής του 3ου Αρχηγείου.

Στις εννιάμισι ξεκινούν από την Λέσχη οι φοιτητές. «Η Κυβέρνηση εσκέφθη να εκτελέση και το τελευταίον πείραμα δια τους πολιορκόμενους». Στέλνει τον Διευθυντή της αστυνομίας τον γνωστό Μπαϊρακτάρη και το φρούραρχο με τελεσίγραφο προς τους έγκλειστους με το οποίο τους απειλεί με επέμβαση, εάν δεν εκκενώσουν σε πέντε λεπτά το πανεπιστήμιο. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν αμέσως τις θέσεις τους, ενώ κάποιοι προτείνουν ακόμα και την σύλληψη και την κράτηση του διευθυντή της αστυνομίας! «Αλλά δεν εκρίθη συνετόν, και τον διατάξαμεν να απομακρυνθή του πανεπιστημιακού χώρου». Τότε οι στρατιωτικές δυνάμεις παίρνουν την διαταγή να προχωρήσουν με προτεταμένα τα όπλα, ενώ ένας αξιωματικός του πυροβολικού διατάζει τους στρατιώτες του να στρέψουν την δύναμη πυρός τους προς τα Προπύλαια.

«…αστραπηδόν περί τους 30 φοιτηταί ευρισκομένοι προ των προπυλαίων εισπηδώμεν ασκεπείς με τα περίστροφα και δυναμίτιδας εις τα χείρας και τασσόμεθα κύκλω του περιβόλου έτοιμοι να πυροβολήσωμεν πλέον εάν εβλέπωμεν τον στρατόν πατώντα επί του προαυλίου…». Ταυτόχρονα τρεις κάνες πιστολιών σημαδεύουν τον αξιωματικό που συντονίζει τις κινήσεις της αντλίας.

Εκείνη την στιγμή ο φρούραρχος και κάποιοι καθηγητές «κρατούν δια κραυγών και ικεσιών προς στιγμήν την σύγκρουσιν, διαταχθέντος του στρατού να υποχωρήση ολίγα βήματα».

Ήταν, πλέον, ολοφάνερο ότι χωρίς αιματοκύλισμα οι εξεγερμένοι δεν παραδίνονται, ενώ ταυτόχρονα ένας ανθρώπινος χείμαρρος ήταν έτοιμος να κατακλύσει τον χώρο γύρω από το πανεπιστήμιο. Η κυβέρνηση τότε μη βρίσκοντας διέξοδο είναι έτοιμη να παραιτηθεί, όταν παρουσιάζεται στο υπουργικό συμβούλιο ο καθηγητής Μιστριώτης, «εμφανιζόμενος» να έχει έρθει σε συνεννόηση με τους πολιορκούμενους και ότι φοιτητές με εντολή των έγκλειστων έχουν εξέλθει για να εμποδίσουν το συλλαλητήριο. Συγχρόνως ζήτησε και έλαβε την εντολή από την κυβέρνηση να μεταβεί στο πανεπιστήμιο και να αναγγείλει την υποχώρηση της και την αποδοχή των δίκαιων αιτημάτων των φοιτητών, την παύση του Γαλβάνη και την πλήρη αμνηστία των εξεγερμένων.

Οι έγκλειστοι αποφάσισαν να απαντήσουν σε μία ώρα στον Μιστριώτη.

Τότε εκείνος «ανεχώρησε και έσπευσε προς συνάντηση του φοιτητού Κωστόπουλου, τη διαταγή του Φρουράρχου του πανεπιστημίου και των λοιπών τεσσάρων ους είπον προηγουμένως, εξελθόντας την νύκτα, μεθ’ ου εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι ευρίσκετο εις συνεννόησιν από της νυκτός». Ο Κωστόπουλος προδίδει, λοιπόν, τους συντρόφους του και ύστερα από συνεννόηση με τον Μιστριώτη πηγαίνει στο χώρο του συλλαλητηρίου. Και ενώ ο τελευταίος ομιλητής του συλλαλητηρίου είναι έτοιμος να φωνάξει «εμπρός προς το πανεπιστήμιο», ο Κωστόπουλος ανεβαίνει στην εξέδρα και αποτρέπει αυτήν την εξέλιξη παρουσιαζόμενος ως εκπρόσωπος των εγκλείστων, οι οποίοι δήθεν διαπραγματεύθηκαν με την κυβέρνηση και είναι έτοιμοι να προβούν σε έξοδο.

Ο κόσμος αρχίζει να διαλύεται. Μάταια οι έγκλειστοι περιμένουν να ακούσουν τον κόσμο να πλησιάζει. Αντί για συμπαραστάτες επανέρχεται ο Μιστριώτης μαζί με άλλους καθηγητές, οι οποίοι επαναλαμβάνουν τις παρακλήσεις και τις προτροπές τους για να επιτύχουν την έξοδο των φοιτητών. Τους διαβεβαιώνουν μάλιστα να μην περιμένουν τίποτα από τους απ’ έξω, γιατί ο κόσμος «αδιαφορεί».

Οι εξεγερμένοι συγκεντρώνονται στο αμφιθέατρο «ένθα κατόπιν πολλών συζητήσεων, το πλείστον υπεστηρίξαμεν ότι κατ’ ουδενί τρόπον πρέπει να υποχωρήσωμεν, και αν η Κυβέρνησις όντως εδέχθη τα αιτήματά μας, ας λύση την πολιορκίαν, και ημείς ως και πρότερον δεν θα προβώμεν εις ουδέν, αναμένοντες τας υποσχέσεις αυτών».

Σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή ο Τασιόπουλος τους «διαβεβαιώνει», ότι το συλλαλητήριο δεν μπόρεσε να συγκροτηθεί, ότι έχει πληροφορίες για την γενίκευση της κρητικής επανάστασης και τέλος προσπαθεί να τους πείσει για το μάταιο της περαιτέρω παραμονής τους, μετά και την πλήρη υποχώρηση της κυβέρνησης.

Τα ίδια τους επαναλαμβάνει και ο «σεβάσμιος» μητροπολίτης που εμφανίζεται «αυθόρμητα» και αυτός για να συνδράμει στην εκτόνωση της κατάστασης. «Η εσπευσμένη αύτη ενέργεια του τε Μητροπολίτου (όστις πολύ αμφιβάλλω αν αυθορμήτως ως είπεν αφίκετο ως εκ των υστέρων φαίνεται) και των κυρίων καθηγητών εγένετο, ως μετά την εξόδον συμπαιρένομεν, δια το εξής»: οι φοιτητές που βρίσκονται έξω, μετά την διάλυση του συλλαλητηρίου συγκεντρώνονται στην Λέσχη και πολύ γρήγορα καταλαβαίνουν την απάτη καθώς περνάει αρκετή ώρα. Έξω φρενών αποφασίζουν να το ανακοινώσουν στον κόσμο και να ορμήσουν μόνοι τους επάνω στην στρατιωτική ζώνη αποκλεισμού.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, βλέποντας να βρίσκεται και πάλι σε δυσχερή θέση έδωσε, όπως φαίνεται, προφορική συγκατάθεση στους καθηγητές και στον «αυθόρμητο» μητροπολίτη να μεταφέρουν την αποδοχή εκ μέρους της των αιτημάτων.

Οι έγκλειστοι αποφασίζουν να λήξουν την κατάληψη προβάλλοντας ως όρο, ότι δεν θα τοποθετηθεί φρουρά μετά την έξοδο τους, ούτε θα πατήσει στρατιώτης τον περίβολο του πανεπιστημίου και ακόμα ότι θα αποχωρούσαν ένοπλοι κρατώντας την σημαία τους.

Η κυβέρνηση δέχθηκε «με μιαν παρατήρησιν μόνον, τα μακρά όπλα και η σημαία καλόν θα ήτο να μείνωσιν εντός του πανεπιστημίου, (ενόμιζον ότι είχομεν πολλά) προς δε να μεταβώμεν εις την Λέσχην δια της οδού Σταδίου καθ’ όσον ο Λαός ήθελε προβή εις διαδήλωσιν εξ ης προκύψει δυσάρεστον τι».

Οι φοιτητές διαλέγουν δια μέσου της οδού Πανεπιστημίου και Σόλωνος να κατευθυνθούν προς την πλατεία Κολωνακίου όπου τους περίμενε πολύς κόσμος έχοντας κρυμμένα τα όπλα κάτω από τα πανωφόρια τους.

Και ενώ είναι έτοιμοι για την έξοδο, ο διευθυντής της αστυνομίας θεώρησε εξευτελιστικό «για την εξουσίαν να εξέλθωμεν εν σώματι και πομπωδώς». Θέλησε λοιπόν, να εμποδίσει την αποχώρηση μ’ αυτόν τον τρόπο, λέγοντας ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά διαλείμματα και όχι από τα Προπύλαια, αλλά από την ανατολική πύλη.

Αυτό εξόργισε τους φοιτητές που κατέλαβαν για μιαν ακόμη φορά θέση μάχης υποπτευόμενοι κάποια παγίδα, δηλώνοντας, πλέον, ότι δεν αποχωρούν αν δεν απομακρυνθούν εντελώς οι αστυνομικές δυνάμεις.

Η κυβέρνηση δέχεται και αυτόν τον τελευταίο εξευτελισμό και έτσι πραγματοποιείται η αποχώρηση και η ένωση με το πλήθος που επευφημούσε στην πλατεία Κολωνακίου.

Το κράτος, φυσικά, δεν κράτησε τις δεσμεύσεις του. Το ίδιο βράδυ ανακοινώνεται η δίωξη των πρωταίτιων με 90 εντάλματα και η εγκατάσταση φρουράς εντός του χώρου του πανεπιστημίου, ώστε να μην χρησιμοποιηθεί ξανά ως ορμητήριο των φοιτητών για οποιαδήποτε κινητοποίηση.

Οι φοιτητές μόλις γίνονται γνωστά τα νέα συναντούνται κρυφά στη Λέσχη και αποφασίζουν να κυκλοφορούν ένοπλοι για να μην πιαστούν.

Τα γεγονότα, όμως, τους προλαβαίνουν.

Ξεσπά η κρητική επανάσταση και η κυβέρνηση αποφασίζει μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση στην βουλή να στείλει πολεμικά πλοία στην Κρήτη. Πολλοί φοιτητές ετοιμάζονται να κατέβουν στο νησί για να συμμετέχουν στην κρητική Επανάσταση. Εσπευσμένα, γι’ αυτόν το λόγο, πραγματοποιείται η επανασύσταση της πανεπιστημιακής φάλαγγας, η οποία, όμως, αποδεκατίζεται στην Κρήτη για να διαλυθεί οριστικά…

Συσπείρωση Αναρχικών

Το Α΄ μέρος εδώ

Το κείμενο ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΕΝΟΠΛΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 1896 ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1897 και η Πρώτη Κατάληψη Πανεπιστημιακού Χώρου δημοσιεύτηκε στη μηνιαία αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ φ. 2 και 3, Απρίλιος και Μάιος 2002.

Both comments and trackbacks are currently closed.