ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΕΝΟΠΛΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 1896 ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 1897 και η Πρώτη Κατάληψη Πανεπιστημιακού Χώρου (Μέρος Α΄)

Αφού οι εξουσιαστικές μερίδες προβάλλουν και «επικαιροποιούν» το ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου, χρήσιμο είναι να  μην παραλείπουμε και τα ιστορικά στοιχεία που συνδέονται με συγκρούσεις και εξεγέρσεις στους σπουδαστικούς χώρους.

Τότε που οι ξεσηκωμοί δεν έπαιρναν υπόψη τους τις «ασυλοποιήσεις»…

Εισαγωγικό σημείωμα

Από την πρώτη σπουδαστική εξέγερση τον Γενάρη του 1831 στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, μέχρι την φοιτητική εξέγερση που ξέσπασε στην Αθήνα τέλη του 1896 αρχές του 1897 ο χώρος των φοιτητών συμβάλλει και συμμετέχει σε μια ασίγαστη κοινωνική αναταραχή.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι μόνο μεταξύ του 1833 και 1862 ξεσπούν τριάντα εξεγέρσεις και κινήματα, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται και αυτά των φοιτητών. Δεν είναι λίγοι οι νέοι, κυρίως επτανήσιοι, που σπουδάζουν στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, αλλά και αργότερα, οι οποίοι επιστρέφουν επηρεασμένοι από τις εξεγέρσεις της εποχής, τους Μπαμπέφ, Μπουοναρρότι, Ροβεσπιέρο κ.ά. Κάποιοι απ’ αυτούς μετείχαν και σε ελληνο-ιταλικές επαναστατικές οργανώσεις.

Πολλές φορές, βέβαια, παρακινούνται από τις σφοδρές διαμάχες των πολιτικών παρατάξεων, όπως αυτές που διαδραματίζονται από το 1833 μέχρι το 1843, ανάμεσα στους Μπαρλαίους (των Άγγλων), τους Ναπαίους ή Μουζίκους (των Ρώσων) και τους Μοσχόμαγκες (των Γάλλων), αλλά και από την ιδεολογική, πολιτική και άμεσα εθνική υπόσταση (καλλιέργεια της «μεγάλης» ιδέας) που δίδεται στο πανεπιστήμιο.

«[…] Η δημιουργία συγκεντρωτικού συστήματος στη διοίκηση, που παραγνώριζε τα παραδοσιακά προνόμια της τοπικής αυτοδιοίκησης, και το καισαροπαπικό σύστημα που μετέβαλε την Εκκλησία σε όργανο της κυβέρνησης συχνά θεωρήθηκαν έργο δογματικών Βαυαρών. Όσο και αν είναι έγκυρες διαπιστώσεις, όπως αυτές, εντούτοις αποτελούν μόνο μέρος της αλήθειας: αγνοούν το βασικό γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν κατάφερε να δημιουργήσει τέτοια συγκεντρωτική εξουσία που να μπορεί να επιβληθεί στις κεντρόφυγες δυνάμεις…». (John A. Petropulos, «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό Βασίλειο, 1833-1843»).

Το μεσαιωνικό γερμανικό σύστημα διαχείρισης της εξουσίας, λοιπόν, που βασίζεται στη σιδερένια πειθαρχία έρχεται, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, να βάλει τάξη σ’ έναν εκρηκτικό κοινωνικό χώρο, βάζοντας νωρίς τα θεμέλια μιας αυστηρά δομημένης εκπαιδευτικής διαδικασίας. «Στρατιωτική νοοτροπία, θρησκευτική ιεροτελεστία, αριστοκρατική εμφάνιση στις στολές, στους λόγους, στις τυπικότητες, στη γραφειοκρατία, στη πειθαρχία». (Γιώργος Γιάνναρης, «Φοιτητικά Κινήματα και Ελληνική Παιδεία»).

Οι φοιτητές τα πρώτα χρόνια είναι αναγκασμένοι να δίδουν παρόν στην αστυνομία ένα εικοσιτετράωρο από την άφιξη τους στην Αθήνα και μέσα σε οκτώ μέρες να παρουσιάζονται στον πρύτανη για την εγγραφή τους, να πληρώνουν δίδακτρα και να βρίσκονται υπό τη συνεχή παρακολούθηση των αρχών. Τους είναι απαγορευμένο να τοιχοκολλούν έγγραφα ή να πραγματοποιούν εκδηλώσεις χωρίς την έγκριση του πρύτανη, να επισκέπτονται τιμωρημένους συμφοιτητές τους, αλλά και να συμμετέχουν σε μονομαχίες (κάτι που ήταν ένα φαινόμενο της εποχής).

Μ’ αυτούς τους όρους ιδρύεται από τον Όθωνα, με το βασιλικό διάταγμα της 14/4/ 1837 το λεγόμενο Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Στα εγκαίνια δημιουργούνται και τα πρώτα παρατράγουδα από ομάδα σπουδαστών που υψώνουν την φωνή τους με αντιβαυαρικά τραγούδια, μ’ αποτέλεσμα να εκδιωχθούν.

Η φράση του Κολοκοτρώνη «το σπίτι τούτο (το πανεπιστήμιο), θα φάει το σπίτι εκείνο (το παλάτι)» θ’ αποδειχθεί πολύ αργότερα προφητική.

«Ιδιαίτερα οι φοιτητές του Πανεπιστημίου είχαν εξελιχθεί στους καλύτερους προπαγανδιστές κατά του Όθωνα. Όταν τα καλοκαίρια πήγαιναν στα σπίτια τους για τις διακοπές, δεν έπαυαν να διηγούνται όσα είχαν μάθει ή ακούσει στην Αθήνα. Με τον τρόπο αυτό ερχόντουσαν σ’ επαφή με πλήθος κόσμου, των χαμηλών κυρίως τάξεων, και με την αίγλη που τους περιέβαλλε δημιουργούσαν έντονο αντιοθωνικό κλίμα». (Χ. Λάζος, «Ελληνικό Φοιτητικό Κίνημα 1821-1973»).

Έτσι, λοιπόν, τα πρώτα χρόνια η παρουσία ξένων καθηγητών, όπως οι L. Ross, H. Ulrich, Masson, H. Treimber, K. Fraal, G. Feder κ.ά., αποτελεί κόκκινο πανί για τους φοιτητές. Αλλά και η τοποθέτηση πολλών Ελλήνων καθηγητών στο φιλομοναρχικό ή αντιμοναρχικό στρατόπεδο αποτελούσε την αφορμή για τις επαναλαμβανόμενες φοιτητικές ταραχές.

Η ανάδειξη της 25ης Μαρτίου κάτω από την πίεση των Βαυαρών σε εθνική εορτή, με στρατιωτικές μπάντες να περιδιαβαίνουν τους δρόμους της Αθήνας, παίζοντας βαυαρικά εμβατήρια, με το φωτισμό της Ακρόπολης και μ’ ένα μεγάλο σταυρό με το «εν τούτω νίκα» να «στολίζει» το Λυκαβηττό, δεν κατορθώθηκε ν’ αποτελεί, κάθε φορά, ένα ανώδυνο εθνικό πανηγυράκι.

Οι εορτασμοί αυτοί των χρυσοστόλιστων Βαυαρών και των ντόπιων τυράννων φούντωναν το μίσος του κόσμου, καθώς οι επιζώντες αγωνιστές και οι οικογένειες τους βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση, ενώ χιλιάδες αγωνιζόμενοι εξακολουθούσαν την ένοπλη ανταρσία στα βουνά, με την αμέριστη υποστήριξη του πληθυσμού απέναντι στους «απελευθερωτές» ντόπιους και ξένους.

Έτσι η 25η Μαρτίου αποτέλεσε, συστηματικά, ημερομηνία που άφηνε πίσω της συμπλοκές μ’ αντιμοναρχικό κυρίως περιεχόμενο, συλλήψεις, ξυλοδαρμούς όπως το 1841, 1848, 1852, 1859 (χρονιά που έλαβαν χώρα σοβαρές ταραχές τον Μάιο τα λεγόμενα «Σκιαδικά», 1861 (χρονιά κατά την οποία πραγματοποιείται και η απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας από τον φοιτητή Αριστείδη Δόσιο).

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως οι δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, χαρακτηρίζουν μια περίοδο εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, αλλά και έντασης των κοινωνικών αγώνων. Ο θεσμός της εκπαίδευσης δεν αποτέλεσε εξαίρεση στους κρατικούς σχεδιασμούς. «Εν τούτοις, η περίοδος 1880-1900 υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία κατεβλήθησαν οργανωμένες νομοθετικές προσπάθειες για την καθιέρωση του νέου εκπαιδευτικού καθεστώτος, το οποίο επικράτησε προοδευτικά», (Ιωσήφ Σολομών, «Εξουσία Και Τάξη Στο Νεοελληνικό Σχολείο – Μια τυπολογία των σχολικών χώρων και πρακτικών 1820-1900»).

Τα γεγονότα της εξέγερσης, στην οποία θ’ αναφερθούμε, διασώθηκαν από τον Διονύσιο Μαρκόπουλο, ο οποίος συμμετείχε σ’ αυτά και τα καταγράφει στο βιβλίο του «Η Εξέγερσις των φοιτητών εν Αθήναις Και η Δράσις της φοιτητικής φάλαγγος εν Κρήτη κατά το 1897» (έκδ. Εν Καλαμαίς 1903). Τη σπάνια αυτή μαρτυρία του Μαρκόπουλου έχει ενσωματώσει αυτούσια ο Χ. Λάζος στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Πανεπιστημιακής ή Φοιτητικής Φάλαγγας», απ’ όπου και αντλούμε τα γεγονότα της εξέγερσης που ξεκινούν στα τέλη του 1896, μια χρονιά που πραγματοποιούνται και οι Ολυμπιακοί αγώνες στην Αθήνα…

Η ΑΦΟΡΜΗ

Η αφορμή για τα γεγονότα, που πολύ γρήγορα οδήγησαν στην πρώτη κατάληψη πανεπιστημιακού χώρου από εξεγερμένους φοιτητές και μάλιστα ένοπλους στην Αθήνα το 1897, ήταν πράγματι ασήμαντη και αφορούσε ένα λεκτικό επεισόδιο ανάμεσα σ’ ένα καθηγητή της χειρουργικής ονόματι Γαλβάνη και φοιτητές της Ιατρικής Σχολής.

Ο καθηγητής αυτός, έχοντας υψηλή και ισχυρή υποστήριξη, φερόταν με βαναυσότητα και περιφρόνηση, όχι μόνο προς τους φοιτητές, αλλά και προς το προσωπικό του Νοσοκομείου και μερικές φορές και προς άλλους καθηγητές.

Πρέπει να σημειώσουμε, ότι ο διορισμός των καθηγητών γινόταν με την υποστήριξη των κάθε φορά κυβερνώντων. «Κατορθώνοντες δε συνάμα να διεγείρουν υπέρ αυτών ομάδα τινα ροπαλοφόρων φοιτητών επί τη προς αυτούς υποσχέσει διπλώματος διδακτορικού».

Ο Γαλβάνης, λοιπόν, παρέτεινε την παραμονή των φοιτητών στην Αθήνα, πράγμα γι’ αυτούς οικονομικά δυσβάστακτο, υποχρεώνοντας τους να παρουσιάζουν ο καθένας από έναν άρρωστο, καθυστερούσε να τους εξετάζει και να δίνει πτυχίο.

Έτσι την 16η Νοέμβρη 1896 επιτροπή τεσσάρων φοιτητών συναντιέται με τον καθηγητή για να συζητήσουν τα προβλήματα τους. Ο Γαλβάνης με εριστικό τρόπο τους ρωτάει, ποίοι είναι αυτοί, που θα του υποδείξουν τα καθήκοντα του και τους δηλώνει, κατηγορηματικά, ότι δεν έχει ανάγκη από συμβουλές.

Η επιτροπή αποσύρεται για να ενημερώσει τους υπόλοιπους φοιτητές που περίμεναν στην αίθουσα των εγχειρήσεων, αλλά προτού φθάσει εκεί, εισέρχεται πρώτος ο Γαλβάνης και χωρίς, όπως συνήθιζε, να προσέξει το ακροατήριο πήρε ένα κάθισμα και έστρεψε τα νώτα του, αρχίζοντας την ακρόαση του ιστορικού του αρρώστου που επρόκειτο να εγχειρισθεί. Εκείνη την στιγμή εισέρχεται η επιτροπή, η οποία μεγαλόφωνα αναγγέλλει την απάντηση του Γαλβάνη, πράγμα που όπως ήταν φυσικό επέφερε μια αναταραχή στην αίθουσα και συζητήσεις ανάμεσα στους φοιτητές.

Τότε, ο Γαλβάνης στρεφόμενος προς τους φοιτητές είπε: «είσθε ανάξιοι να κατέχητε τας φοιτητικάς έδρας και ατιμάζετε την Ελλάδα και το Ελληνικόν Πανεπιστήμιον». Οργισμένοι οι φοιτητές σηκώθηκαν όρθιοι αποδοκιμάζοντας τον έντονα και στη συνέχεια αποχώρησαν από την αίθουσα.

Την ίδια μέρα στις 4:00 μμ συγκεντρώνονται στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου και ορίζουν (με 500 υπογραφές) πολυμελή επιτροπή (από 46 φοιτητές), η οποία και συντάσσει ψήφισμα προς το Υπουργείο και τον πρύτανη, με το οποίο απαιτεί την απόλυση του Γαλβάνη και την αντικατάσταση του. Οι φοιτητές την επόμενη μέρα αποδέχονται ομόφωνα το κείμενο και ταυτόχρονα κηρύττουν γενική απεργία απ’ όλα τα μαθήματα, ενώ παραιτούνται και βοηθοί του.

Οι φοιτητές της Ιατρικής αποφασίζουν ακόμη να ζητήσουν τη συμμετοχή όλων των σχολών στις κινητοποιήσεις τους, καθώς θεωρούσαν ότι το ζήτημα δεν αφορούσε μόνο τους ίδιους.

Την ίδια στιγμή ο Γαλβάνης και οι άνθρωποι του προσπαθούσαν με κάθε μέσο να ματαιώσουν την εξέγερση που πλησίαζε με γρήγορους ρυθμούς. Υπόσχονταν σ’ άλλους αριστούχα διπλώματα, σ’ άλλους θέσεις βοηθών και γενικά χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο για να σχηματίσουν ακροατήριο για τις παραδόσεις του. Μάταια όμως. Όσοι δοκίμαζαν να προσέλθουν στις παραδόσεις του Γαλβάνη έβρισκαν αντιμέτωπους οργισμένους φοιτητές και όσοι δεν πείθονταν ν’ αλλάξουν γνώμη ξυλοκοπούνταν.

Έτσι πήγαιναν τα πράγματα μέχρι τις 20 του μηνός, όταν η επιτροπή επισκέφθηκε τον πρύτανη και τον υπουργό. Ο τελευταίος απάντησε στους φοιτητές ότι δεν θεωρεί «υβρισθέντας τους φοιτητάς» και τους προέτρεψε να επιστρέψουν στις παραδόσεις, απειλώντας τους συνάμα ότι θα κλείσει το πανεπιστήμιο για τους φοιτητές της ιατρικής.

Η απάντηση αυτή, αντί να εκφοβίσει τους φοιτητές, τους ερέθισε ακόμα περισσότερο, τόσο, ώστε να αποφασίσουν να κλείσουν αυτοί πρώτα το πανεπιστήμιο: «Σύσσωμοι δε μεταβάντες εις τα παραδόσεις των άλλων σχολών ανήγγειλαν την απόφασίν των ταύτην! ούτοι δε μας είπον να τοις δώσωμεν καιρόν όπως ιδία, εκάστη σχολή σκεφθή επί του προκειμένου».

Μάλιστα έξω από την είσοδο του νοσοκομείου αποδοκιμάζεται έντονα ο Γαλβάνης, παρά την παρουσία και την επιτήρηση ομάδας μπράβων, που βρίσκονταν εντός του περιβόλου και οι οποίοι είχαν κληθεί για να ματαιώσουν τις συγκεντρώσεις των φοιτητών, αλλά δεν τόλμησαν να προβούν σε καμία ενέργεια «διότι επείσθησαν ότι δεν είναι δυνατόν να επιδείξωσι τον κουτσαβακισμόν των, και ότι θα ηναγκάζοντο να παίξωσι ουχί με ρεκλάμαν αλλά με σφαίρας… η δε αστυνομία θελήσασα να επέμβη εξεδιώχθη εκείθεν».

Την επόμενη μέρα το υπουργείο διατάζει το κλείσιμο της ιατρικής σχολής και του πολιτικού νοσοκομείου και την τιμωρία των πρωταίτιων. Απόφαση που ανακοινώνει ο πρύτανης στην επιτροπή με την προτροπή να παραιτηθεί των καθηκόντων της, καθώς σ’ αυτήν αποδίδονται οι ταραχές.

Οι φοιτητές που συμμετέχουν στην επιτροπή δηλώνουν, ότι αυτοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταφορείς των αποφάσεων των υπόλοιπων φοιτητών και παραιτούνται ενώπιον του. Επιστρέφοντας στο πανεπιστήμιο δηλώνουν την παραίτηση τους στους υπόλοιπους, οι οποίοι αμέσως ορίζουν νέα ισάριθμη επιτροπή.

Αμέσως ξεκινούν και τις μυστικές συναντήσεις στις οποίες προσέρχονταν ανά δύο, τρεις ή πέντε για να μην γίνονται αντιληπτοί από την αστυνομία και καθώς τα πράγματα φαίνονταν ότι θα πάρουν σοβαρότερες διαστάσεις, αρχίζουν να οργανώνουν με μεγαλύτερη σοβαρότητα τις κινήσεις τους. Η πρώτη μυστική συνάντηση γίνεται στο ζυθοπωλείο του Μετς, όπου παραβρίσκονται περίπου 80 άτομα.

Κάποιοι αναλαμβάνουν να παρακολουθούν τις κινήσεις της κυβέρνησης, της αστυνομίας, της πρυτανείας, αλλά και τις απόψεις διαφόρων πολιτικών προσώπων και να ενημερώνουν τους υπόλοιπους. Αποφασίσθηκε ακόμη να μην υποχωρήσουν επ’ ουδενί στην απαίτηση για την απομάκρυνση του Γαλβάνη και καθώς η αστυνομία «εφαίνετο με προθέσεις εκβιαστικάς», να οπλιστούν όλοι, έτσι ώστε στην περίπτωση που αποφασιζόταν η «εκβίαση των συναθροίσεων εν τω περιβόλω του Πανεπιστημίου» να προτάξουν την αντίστασή τους.

Επίσης, δεν παραιτήθηκαν από την ιδέα της εξασφάλισης της αλληλεγγύης και των φοιτητών από τις υπόλοιπες σχολές.

Όσες φορές ήταν ανάγκη να συγκληθεί η επιτροπή, αυτό γινόταν πλέον, μέσω των εφημερίδων με κρυπτογραφικές και συμβολικές λέξεις, γιατί η αστυνομία είχε ήδη αρχίσει να παίρνει σοβαρότερα κατασταλτικά μέτρα.

Στο μεταξύ και παρ’ ότι μεσολαβούν οι γιορτές των Χριστουγέννων, συνεχίζονται οι προσπάθειες να διασπασθεί η σύμπνοια των φοιτητών, χωρίς όμως επιτυχία.

Η κλιμάκωση

Μετά τις γιορτές το κράτος αποφασίζει να σκληρύνει την στάση του. Η αστυνομία επιχειρεί να αναγκάσει με την βία τους φοιτητές της ιατρικής να προσέλθουν στις παραδόσεις του Γαλβάνη. Ο ίδιος ο διευθυντής ασφαλείας, ο περιβόητος Μπαϊρακτάρης, πιέζει έξω από την είσοδο του νοσοκομείου φοιτητές να μπουν στην αίθουσα, και στη συνέχεια προσπαθεί να τους οδηγήσει στο τμήμα, αλλά αντιμετωπίζει τη σθεναρή τους αντίσταση και αποτυγχάνει.

Στην συνέχεια, όμως, τα γεγονότα κλιμακώνονται πολύ γρήγορα, καθώς αστυνομική δύναμη επιχειρεί να εισβάλλει στην Νομική σχολή, αλλά εμποδίζεται από τους φοιτητές.

Οι αστυνομικές δυνάμεις προσπαθούν τότε να συλλάβουν δύο φοιτητές. Βλέποντας οι υπόλοιποι φοιτητές την επιχειρούμενη σύλληψη ορμούν εναντίον των αστυνομικών με πέτρες και ρόπαλα. Οι αστυνομικοί, με τα ξίφη στα χέρια πια, επιτίθενται μ’ αγριότητα στον κόσμο. «Οι φέροντες τότε μεθ’ εαυτών όπλα φοιτηταί, αμυνόμενοι και επιτιθέμενοι επυροβόλησαν, και αντεπυροβολήθηκαν, αρπάσαντες δύο ξίφη αστυφυλάκων ως και τινός αστυνόμου καθ’ ον χρόνον ούτος εκράτει τους φοιτητάς Κολομβάκην και Φανόν».

Εν τω μεταξύ, καθώς είχαν ενισχυθεί και οι αστυνομικές δυνάμεις, γενικεύονται οι συμπλοκές γύρω από τις σχολές, ενώ ανταλλάσσονται αρκετοί πυροβολισμοί πάνω από το νοσοκομείο προς την οδό Σόλωνος και προ του Ανατομείου και των Προπυλαίων.

Ο ίδιος ο Μπαϊρακτάρης μαζί με τρεις αστυνόμους και μεγάλη αστυνομική δύναμη θέλοντας να εισβάλλουν από την ανατολική είσοδο του πανεπιστημίου, αναγκάζονται να υποχωρήσουν, καθώς βρίσκονται «προ αρκετών στομίων περιστρόφων».

Επί τόπου έχουν φθάσει ήδη ο πρύτανης με πολλούς καθηγητές, ο φρούραρχος, εισαγγελέας αλλά και ο υπουργός εσωτερικών και με πολλή δυσκολία και μετά την απομάκρυνση των αστυνομικών δυνάμεων επιτυγχάνεται μια σχετική ηρεμία.

Οι ένοπλες αυτές συμπλοκές άφησαν πίσω τους, εκτός από πολλούς ελαφρά τραυματισμένους, έναν σοβαρά τραυματία από σφαίρα αστυφύλακα, και έναν σοβαρά τραυματισμένο φοιτητή από ξίφος. Η οργή των φοιτητών έχει φουντώσει για τα καλά, ακόμα και εκείνων που προηγουμένως ήταν διστακτικοί. Οι φοιτητές πλέον απ’ όλες τις σχολές δηλώνουν ότι δεν θα υποχωρήσουν, αν δεν ικανοποιηθούν πλήρως σ’ ό,τι ζητούν, «ό,τι εάν αι πύλαι της δικαιοσύνης δεν ανοιχθώσι, θα θραυσθώσι» και ακόμα ότι δεν θα πτοηθούν, όσο υψηλή υποστήριξη και αν έχει ο Γαλβάνης.

Μέλη της επιτροπής συναντιούνται ακόμη και με τον πρωθυπουργό, ο οποίος προσπαθεί να τους εκφοβίσει, λέγοντάς τους ότι θα τιμωρηθούν πολύ αυστηρά για όσα έχουν γίνει και ακόμα ότι, όσο βρίσκονται εκτός νόμου και δεν επιστρέφουν στις παραδόσεις, είναι αδύνατον να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση για το ζήτημα. Οι φοιτητές ανυποχώρητοι του ζητούν ν’ απομακρυνθούν οι αστυνομικές δυνάμεις γύρω από το πανεπιστήμιο και ν’ αφεθούν απερίσπαστοι να συσκέπτονται, ειδ’ άλλως διαμαρτύρονται εκ των προτέρων για όσα πρόκειται να συμβούν.

Τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα και αποφασίζεται να πιεσθεί και ο πρύτανης να παραιτηθεί, εφόσον η κυβέρνηση τους εκβιάζει. Παράλληλα, ξεκινά και η συγκέντρωση χρημάτων για την έκδοση φυλλαδίου για την ενημέρωση του κόσμου.

Η κατάσταση είναι πια τόσο τεταμένη, όσο δείχνει και το εξής επεισόδιο:

Ενώ οι φοιτητές συζητούν, ο υπεύθυνος της βιβλιοθήκης, κάποιος Αντωνιάδης, τους παρατηρούσε από ψηλά από ένα ανοικτό παράθυρο και γελούσε υποτιμητικά, γεγονός που ερεθίζει τους συγκεντρωμένους, που τον προτρέπουν να σταματήσει και να μπει μέσα. Αυτός, παρά την προειδοποίηση, εξακολουθεί να μένει στην θέση του αδιάφορος στις προτροπές τους. Όχι για πολύ όμως, γιατί μια στιγμή αργότερα ένας αγανακτισμένος φοιτητής πυροβολεί προς το μέρος του δύο φορές μ’ αποτέλεσμα, έντρομος, να κρυφτεί αμέσως στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης καταλαβαίνοντας, έστω και καθυστερημένα, ότι κάποιοι μάλλον δεν αστειεύονταν.

Λίγο αργότερα παρουσιάζεται μπροστά στους φοιτητές ο καθηγητής Κ. Διληγιάννης, αδελφός του πρωθυπουργού, και τους παρουσιάζει επιστολή του Γαλβάνη με την οποία εκείνος διαμαρτύρεται ότι, δεν έβρισε τους φοιτητές και είναι πρόθυμος να δώσει εξηγήσεις δια μέσου του τύπου. Η πρόταση του καθηγητή αποκρούεται από τους περισσότερους φοιτητές, ενώ μερικοί προτείνουν να παρουσιασθεί μπροστά τους και να ζητήσει συγγνώμη, αλλά ούτε καν αυτή η πρόταση(;) γίνεται δεκτή.

Μετά την αναχώρηση του Διληγιάννη, περίπου 10 μέλη της επιτροπής μεταβαίνουν στο σπίτι του πρύτανη.

Στην αρχή βρίσκουν την πόρτα κλειστή ύστερα από διαταγή του ίδιου του πρύτανη. Ο τελευταίος αλλάζει σύντομα γνώμη βλέποντας τους να στρατοπεδεύουν έξω από το σπίτι του. Ο πρύτανης έχοντας τα, πράγματι, χαμένα, («Τι θέλετε από εμέ βρε παιδιά μου; έλεγεν με κατεστρέψατε, ειπέτε μου τι θέλετε; να γράψω προς το Υπουργείο;») δέχεται να ζητήσει καθ’ υπαγόρευση των φοιτητών την απομάκρυνση των αστυνομικών δυνάμεων γύρω από το πανεπιστήμιο και την δυνατότητα τους να συσκέπτονται, ειδάλλως έθετε την παραίτηση του. Δεν είχε τελειώσει ακόμα και μπαίνει στο σπίτι ο καθηγητής Ζωχιός και έκπληκτος τον αντικρύζει καθισμένο σε θέση γραμματέως προς τους φοιτητές. «Τι είναι αυτά που κάμνεις, τω λέγει, βρε Χρηστομάνε; Εζουρλάθης!» «Δεν ηξεύρω τι να κάμω, απήντησεν ούτος, έχασα τα μυαλά μου, σας εκάλεσα να με επισκεφθήτε, εκ των χτυπημάτων άτινα μοι έδωκαν, χθες, οι φοιτητές, ξερνώ αίμα».

Τα μέλη της επιτροπής αποχωρούν, ενημερώνουν τους φοιτητές και αποφασίζουν όλοι από εδώ και στο εξής να μην εγκαταλείπουν το πανεπιστήμιο, καθώς είχαν πληροφορίες, ότι η κυβέρνηση είχε σκοπό να εγκαταστήσει φρουρά στο εσωτερικό του και να μην επιτρέπει καμία συγκέντρωση.

To B΄μέρος εδώ

Δημοσιεύτηκε από Συσπείρωση Αναρχικών
Both comments and trackbacks are currently closed.