Η ιστορία της μαύρης σημαίας (Μέρος Α΄)

Flag«Είμαστε περήφανοι που την κρατάμε, λυπούμαστε που αναγκαζόμαστε να το κάνουμε, και προσμένουμε την ημέρα που ένα τέτοιο σύμβολο δεν θα είναι πια απαραίτητο». (Χάουαρντ Έλρικ: Ανακαλύπτοντας και πάλι την αναρχία)

Υπάρχουν πλήθος αναφορές για την χρήση της μαύρης σημαίας από τους αναρχικούς. Η γνωστότερη ίσως είναι αυτή των συντρόφων του Νέστορα Μάχνο στη διάρκεια της Επανάστασης στη Ρωσία. Οι σύντροφοί του υψώνοντας μαύρες σημαίες οδήγησαν αναρίθμητες στρατιές και κράτησαν ένα μεγάλο μέρος της Ουκρανίας χωρίς συγκεντρωτική εξουσία για δύο ολόκληρα χρόνια (βλ. Πήτερ Αρσίνωφ, «Ιστορία του Μαχνοβίτικου Κινήματος»).

Η μαύρη σημαία έφερε τα συνθήματα «Ελεύθεροι να Πεθάνουμε» και «Η Γη στους Αγρότες, τα Εργοστάσια στους Εργάτες» (βλ. Πήτερ Μάρσαλ, «Απαιτώντας το αδύνατο», σελ. 475). Στη δεκαετία του 1910, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, ο μεξικάνος επαναστάτης, χρησιμοποιούσε μια μαύρη σημαία με μια νεκροκεφαλή και την εικόνα της Παναγίας, που έφερε το σύνθημα «Γη και Ελευθερία» («Τierra y Libertad»). Το 1925, οι γιαπωνέζοι αναρχικοί ίδρυσαν την Ομοσπονδία Μαύρης Νεολαίας και το 1945 όταν η αναρχική ομοσπονδία ανασχηματίσθηκε, ονόμασαν την εφημερίδα τους Kurohata, «Μαύρη Σημαία», (Πήτερ Μάρσαλ, σελ. 525-6). Οι φοιτητές στο Παρίσι κρατούσαν μαύρες (και κόκκινες) σημαίες στη διάρκεια της γενικευμένης εξέγερσης του 1968 καθώς και στην αμερικάνικη Σύνοδο Φοιτητών για μια Δημοκρατική Κοινωνία την ίδια χρονιά. Περίπου την ίδια εποχή, άρχισε να εκδίδεται το βρετανικό περιοδικό «Μαύρη Σημαία», το οποίο ακόμη συνεχίζει να εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σήμερα, αν πάει κανείς σε κάποια διαδήλωση θα δει συνήθως τους αναρχικούς να υψώνουν τη Μαύρη Σημαία τους.

Όμως, οι ρίζες της μαύρης σημαίας τοποθετούνται πολύ πιο παλιά στο χρόνο. Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε μας είναι άγνωστη. Φαίνεται πως την οφείλουμε στην Λουίζ Μισέλ, γνωστή αναρχική και αγωνίστρια στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Κατά τον αναρχικό ιστορικό Τζωρτζ Γούντκοκ, η Μισέλ ανέμισε την μαύρη σημαία στις 9 Μαρτίου του 1883, στη διάρκεια μιας διαδήλωσης ανέργων στο Παρίσι. Η πορεία 500 συντρόφων, με τη Μισέλ στην κορυφή η οποία φώναζε «Ψωμί, Δουλειά ή Θάνατος!», έκανε πλιάτσικο σε τρεις φούρνους προτού η αστυνομία κάνει συλλήψεις (Τζωρτζ Γούντκοκ, «Αναρχισμός», σελ. 251). Πάντως, οι αναρχικοί χρησιμοποιούσαν μαυροκόκκινες σημαίες από κάποια χρόνια πριν, έτσι το γεγονός ότι η Μισέλ χρησιμοποίησε το μαύρο χρώμα δεν έγινε χωρίς κάποια βάση.

Πολύ σύντομα, το μαύρο σύμβολο έκανε την εμφάνισή του και στην Αμερική. Ο Πωλ Άβριτς αναφέρει ότι στις 27 Νοεμβρίου του 1884 αναρχικοί ανέμισαν τη μαύρη σημαία σε μια διαδήλωση στο Σικάγο. Κατά τον Άβριτς, ο Αύγουστος Σπίς, ένας απ’ τους γνωστούς αναρχικούς του Χευμάρκετ «σημείωσε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που η μαύρη σημαία ξεδιπλώθηκε σε αμερικάνικο έδαφος» (Πωλ Άβριτς, «Η τραγωδία του Χευμάρκετ», σελ. 144-145).

Η 13η Φεβρουαρίου του 1921 ήταν η ημερομηνία που σημάδεψε το τέλος της χρήσης της μαύρης σημαίας στην Ρωσία των Σοβιέτ. Εκείνη τη μέρα έγινε η κηδεία του Π. Κροπότκιν στην Μόσχα. Το πλήθος, που εκτείνονταν για χιλιόμετρα, κρατούσε μαύρες σημαίες που έφεραν το σύνθημα «Όπου υπάρχει εξουσία, δεν υπάρχει ελευθερία». (Πωλ Άβριτς, «Οι αναρχικοί στη Ρώσικη Επανάσταση», σελ. 26). Φαίνεται πως η μαύρη σημαία δεν είχε κάνει την εμφάνισή της στη Ρωσία ως την ίδρυση του κινήματος Chernoe Zhania (μαύρη σημαία) το 1905. Μόλις δύο εβδομάδες μετά την πορεία λόγω της κηδείας του Π. Κροπότκιν, ξέσπασε η εξέγερση της Κρονστάνδης και η αναρχία έγινε αντικείμενο καθολικού διωγμού από τη Ρωσία των Σοβιέτ.

Ενώ τα παραπάνω γεγονότα είναι αρκετά γνωστά, η ακριβής προέλευση της χρήσης της μαύρης σημαίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι γνωστή. Αυτό που είναι γενικά γνωστό είναι, ότι ένας μεγάλος αριθμός αναρχικών ομάδων στις αρχές της δεκαετίας του 1880 υιοθέτησαν ονόματα τα οποία εμπεριείχαν τη λέξη «μαύρο».

Τον Ιούλιο του 1881 ιδρύεται στο Λονδίνο η Μαύρη Διεθνής. Ήταν μια απόπειρα να αναδιοργανωθεί η αναρχική πτέρυγα της πρόσφατα διαλυθείσης Α΄Διεθνούς (Τζωρτζ Γούντκοκ, βλ. προαναφερθέν, σελ 212-4). Τον Οκτώβριο του 1881, ένα συνέδριο στο Σικάγο οδήγησε στην ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών στη Β. Αμερική. Η οργάνωση αυτή, γνωστή και ως Μαύρη Διεθνής, συνενώθηκε με την λονδρέζικη οργάνωση. (Κλίφορντ Χάρπερ, «Αναρχία: Αναλυτικός Οδηγός», σελ. 76, Γούντκοκ, σελ. 393). Μετά από αυτά τα δύο συνέδρια ακολουθούν η διαδήλωση της Μισέλ το 1883 και οι μαύρες σημαίες στο Σικάγο το 1884.

Ένα ακόμη γεγονός το οποίο ενισχύει την άποψη ότι κατά την περίοδο αυτή (αρχές της δεκαετίας του 1880) γεννήθηκε το αναρχικό αυτό σύμβολο, είναι η ονομασία μιας βραχύβιας γαλλικής αναρχικής έκδοσης: «Η μαύρη σημαία» («Le Drapeau Noir»). Κατά τον Ρόντρικ Κέντγουαρντ, η αναρχική αυτή εφημερίδα εκδόθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα, λίγο πριν τον Οκτώβριο του 1882, όταν έριξαν μια βόμβα σε ένα ψυχαγωγικό κέντρο. (Σημείωση: Στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Τζολ για τους Αναρχικούς αναφέρεται ως μιούζικ χωλ) («Αναρχικοί: οι άνθρωποι που συγκλόνισαν μια εποχή», σελ. 35). Ο Άβριτς, υποστηρίζοντας την άποψη αυτή, αναφέρει ότι το 1884, η μαύρη σημαία ήταν το νέο σύμβολο των αναρχικών (Πωλ Άβριτς, «Η τραγωδία του Χευμάρκετ», σελ. 144). Συμφωνώντας με τον Άβριτς, ο Μ. Μπούκτσιν γράφει ότι «κάποια χρόνια αργότερα οι αναρχικοί υιοθέτησαν τη μαύρη σημαία», αναφερόμενος στους ισπανούς αναρχικούς τον Ιούνιο του 1870 (Μάρραιη Μπούκτσιν, «οι Ισπανοί Αναρχικοί», σελ. 57). Μέχρι εκείνη την εποχή, οι αναρχικοί χρησιμοποιούσαν ευρέως την κόκκινη σημαία.

Μοιάζει ολοφάνερο, αν και όχι κατηγορηματικό, ότι αυτή είναι η περίοδος, όπου η μαύρη σημαία συνδέθηκε με την αναρχία.

Παρ’ όλ’ αυτά, η χρήση της κόκκινης σημαίας δεν σταμάτησε αμέσως. Έτσι, βλέπουμε πως ο Κροπότκιν γράφει στα «Λόγια ενός επαναστάτη», που εκδόθηκαν το 1885, αλλά γράφτηκαν μεταξύ 1880 και 1882, σχετικά με «αναρχικές ομάδες που ύψωναν την κόκκινη σημαία της επανάστασης». Όπως σημειώνει ο Γούντκοκ, «δεν είχαν αποδεχτεί καθολικά τη μαύρη σημαία εκείνη την περίοδο». Πολλοί, όπως ο Κροπότκιν, θεωρούσαν πως ήταν σοσιαλιστές και θεωρούσαν τη κόκκινη σημαία και δική τους («Λόγια ενός Επαναστάτη», σελ. 75, σελ. 225).

Επί πλέον, βλέπουμε πως οι αναρχικοί του Σικάγο χρησιμοποιούσαν και τις μαύρες και τις κόκκινες σημαίες καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880. Παρομοίως, βρίσκουμε τη Λουίζ Μισέλ να δηλώνει: «Πόσοι πολλοί οργισμένοι άνθρωποι, νέοι άνθρωποι, θα είναι με το μέρος μας όταν οι κόκκινες και οι μαύρες σημαίες υψωθούν γύρω απ’ τα συντρίμμια!»

«Η κόκκινη σημαία η οποία πάντα αντιπροσώπευε την ελευθερία προκαλεί φόβο στους δήμιους γιατί είναι τόσο πορφυρή από το αίμα μας. Η μαύρη, ποτισμένη με το αίμα όσων θέλουν να ζήσουν έχοντας μια δουλειά ή να πεθάνουν πολεμώντας, προκαλεί φόβο σε όσους θέλουν να ζήσουν από τη δουλειά των άλλων. Αυτές οι κόκκινες και μαύρες σημαίες ανεμίζουν πάνω από τα κεφάλια μας πενθώντας για τους νεκρούς μας και πάνω από τις ελπίδες μας για την νέα αυγή που γλυκοχαράζει», (Η κόκκινη παρθένα: Μνήμες της Λουίζ Μισέλ, σελ. 193-4).

Στη κηδεία της μητέρας της Λουίζ το 1885, αλλά και της ίδιας, τον Ιανουάριο του 1905, γάλλοι αναρχικοί κρατούσαν τρεις κόκκινες σημαίες (βλ. παραπάνω σελ. 183 και σελ. 201). Έτσι, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα οι αναρχικοί χρησιμοποιούσαν και τις μαύρες και τις κόκκινες σημαίες σαν σύμβολό τους.

Η γενικευμένη στροφή από τις κόκκινες στις μαύρες σημαίες πρέπει να τοποθετηθεί στον χρόνο. Στη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1870 και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1880, το σοσιαλιστικό κίνημα άλλαζε. Η μαρξιστική δημοκρατία ήταν το κυρίαρχο σοσιαλιστικό ρεύμα, με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό να φθίνει σε πολλές περιοχές. Έτσι η κόκκινη σημαία συνδέονταν ολοένα και περισσότερο με την εξουσιαστική και κρατιστική (και ολοένα πιο ρεφορμιστική) τάση του σοσιαλιστικού κινήματος. Έτσι, η επιλογή των αναρχικών, προσπαθώντας να διαφοροποιηθούν από τους υπόλοιπους σοσιαλιστές, να χρησιμοποιήσουν την μαύρη σημαία μοιάζει πολύ λογική. Όχι μόνο ήταν σύμβολο της εξέγερσης της εργατικής τάξης, αλλά είχε τις ίδιες ρίζες με την εξέγερση του 1831 στη Λυών (Μ. Μπούκτσιν, «Η Τρίτη Επανάσταση», τόμος 2, σελ. 65). Μετά την ρώσικη επανάσταση και την διολίσθησή της σε δικτατορία (πρώτα υπό τον Λένιν, έπειτα υπό τον Στάλιν) η χρήση της κόκκινης σημαίας από τους αναρχικούς μειώθηκε, καθώς «δεν αντιπροσώπευε πλέον την ελευθερία» και συνδέθηκε με τα Κομμουνιστικά Κόμματα ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με τη γραφειοκρατική, ρεφορμιστική, και εξουσιαστική σοσιαλιστική δημοκρατία. Οι αναρχικοί, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν το κόκκινο χρώμα στις σημαίες τους, μόνο όμως σε συνδυασμό με το μαύρο. Έτσι δεν μπορούσε να υπάρξει συσχετισμός με την τυραννία της Ρωσίας των Σοβιέτ.

Το να καταλάβουμε πότε συνδέθηκαν οι αναρχικοί με το μαύρο χρώμα μοιάζει ευκολότερο απ’ το να καταλάβουμε για ποιο λόγο ακριβώς επιλέχθηκε το μαύρο. Ο «Συναγερμός» του Σικάγο, απαντά σ’ αυτό το ερώτημα με την παρακάτω φράση: «η μαύρη σημαία είναι το φοβερό σύμβολο της πείνας, της εξαθλίωσης και του θανάτου». (Πωλ Άβριτς, «Η τραγωδία του Χευμάρκετ», σελ. 144). Ο Μπούκτσιν συμφωνεί γράφοντας πως η μαύρη σημαία είναι «το σύμβολο της εξαθλίωσης των εργατών και η έκφραση της οργής και της πικρίας τους». (ο.π., σελ. 168).

Ο ιστορικός Μπρους Νέλσον αναφέρει επίσης ότι η μαύρη σημαία θεωρείτο «το σύμβολο της πείνας» όταν ξετυλίχθηκε στο Σικάγο το 1884 («Πέρα απ’ τους Μάρτυρες: Η κοινωνική ιστορία των αναρχικών του Σικάγο», σελ. 141, σελ. 150). Η Λουίζ Μισέλ υποστήριζε ότι «η μαύρη σημαία είναι η σημαία των απεργών και όσων πεινάνε» (ό.π., σελ. 168).

Ο Άλμπερτ Μέλτσερ υποστηρίζει ότι ο συσχετισμός μεταξύ της μαύρης σημαίας και της εξέγερσης της εργατικής τάξης, έχει τις ρίζες του στη Ρεμ, στη Γαλλία, το 1831 («Δουλειά ή Θάνατος») σε μια διαδήλωση άνεργων. (Άλμπερτ Μέλτσερ, «The Anarcho-Quiz Book», σελ. 49) Μάλιστα, συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η πράξη της Μισέλ το 1883 ενίσχυσε τον συσχετισμό αυτό. Οι συσχετισμοί εξεγέρσεων στη Γαλλία με την αναρχία είναι ακόμη πιο ισχυροί. Όπως γράφει ο Μπούκτσιν, «το 1831, οι βιοτέχνες υφαντών… εξεγέρθηκαν και πήραν τα όπλα για να καταφέρουν να κερδίσουν μια καλύτερη τιμή ή συμφωνία από τους εμπόρους. Μάλιστα, για μια σύντομη περίοδο πήραν τον έλεγχο της πόλης, κρατώντας κόκκινες και μαύρες σημαίες, γεγονός που σημάδεψε την εξέγερσή τους ως αξιομνημόνευτη στην ιστορία των επαναστατικών συμβόλων.

Ο χρήση του όρου «μουτουαλισμός» (=αμοιβαιότητα), με την οποία δήλωναν την σχετική διάθεση της κοινωνίας που επιθυμούσαν, σημάδεψε την εξέγερσή τους ως αξιομνημόνευτη στην ιστορία της αναρχικής σκέψης επίσης. Ο Προυντόν φαίνεται πως άκουσε αυτό τον όρο στη διάρκεια της παραμονής του στη πόλη μεταξύ 1843 και 1844». (Η Τρίτη Επανάσταση, τόμος 2, σελ. 157) Ο ίδιος ο Κροπότκιν δηλώνει, ότι η χρήση της συνέχισε στο γαλλικό εργατικό κίνημα μετά απ’ αυτή την εξέγερση. Σημειώνει ότι οι εργάτες στο Παρίσι «ύψωσαν τον Ιούνιο (του 1848) την μαύρη σημαία τους με το σύνθημα: “Ψωμί ή δουλειά”». (Γουόλτερ και Μπέκερ «Act for yourselves», σελ. 100).

Η χρήση της μαύρης σημαίας από τους αναρχικούς είναι συνεπώς η έκφραση των καταβολών και της δράσης τους στο εργατικό κίνημα στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Η υιοθέτηση της μαύρης σημαίας από τους αναρχικούς στη δεκαετία του 1880 αντικατοπτρίζει τη χρήση της «ως το παραδοσιακό σύμβολο της πείνας, της φτώχειας και της απόγνωσης» και το γεγονός ότι υψώθηκε στη διάρκεια λαϊκών ξεσηκωμών στην Ευρώπη ως το σύμβολο που σήμαινε πως δεν παραδίδονταν και πως δεν είχαν έλεος. (Γουόλτερ και Μπέκερ «Δράσε μόνος σου», σελ. 128)

Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένης της φύσης των αναρχικών ιδεών. Έτσι, όπως οι αναρχικοί έχουν σαν βάση των ιδεών τους την πραγματική πρακτική της εργατικής τάξης, θα είχαν και σαν βάση των συμβόλων τους όσα γεννήθηκαν μέσα απ’ τη πρακτική. Για παράδειγμα, ο Προυντόν, δανειζόμενος τον όρο «μουτουαλισμός» από τους ριζοσπάστες εργάτες υποστήριζε ακόμη ότι, οι «συνεταιρισμοί των εργατών» «είχαν σχηματιστεί αυθόρμητα, χωρίς παρακίνηση και χωρίς κεφάλαιο στο Παρίσι και στη Λυών· η απόδειξη για τούτο (μουτουαλισμός, η οργάνωση της αξίας και της εργασίας) έγκειται στην καθημερινή πρακτική, επαναστατική πρακτική». Θεωρούσε, με άλλα λόγια, τις ιδέες του ως έκφραση της ίδιας της δράσης της εργατικής τάξης. («Ούτε Θεοί, ούτε αφέντες», τόμος 1, σελ. 59-60) Πράγματι, κατά τον Κ. Στήβεν Βίνσεντ, υπήρχε «μεγάλη ομοιότητα μεταξύ του συνεταιριστικού ιδεώδους του Προυντόν και του προγράμματος των μουτουαλιστών της Λυόν» και ήταν «αξιοσημείωτη σύγκλιση (μεταξύ των ιδεών) και πιθανώς ο Προυντόν μπόρεσε να διαρθρώσει το θετικό πρόγραμμά του εξαιτίας του παραδείγματος των εργαζόμενων στα υφαντουργεία της Λυόν. Το σοσιαλιστικό ιδεώδες υποστήριζε πως είχε ήδη αρχίσει να πραγματώνεται, ως ένα βαθμό, από τέτοιους εργάτες». («Ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν και η Άνοδος του Γαλλικού Δημοκρατικού Σοσιαλισμού», σελ. 164).

Άλλοι αναρχικοί έδωσαν παρόμοια επιχειρήματα σχετικά με την αναρχία ως έκφραση τάσεων μέσα στην κοινωνία και του αγώνα της εργατικής τάξης και έτσι η χρήση ενός παραδοσιακού συμβόλου των εργατών θα ήταν μια φυσική έκφραση αυτής της όψης της αναρχίας.

Παρομοίως, ίσως το σχόλιο της Λουίζ Μισέλ ότι η μαύρη σημαία ήταν «η σημαία των απεργών» να εξηγεί την ονομασία της Μαύρης Διεθνούς που ιδρύθηκε το 1881 (και να εξηγεί την ολοένα αυξανόμενη χρήση της μαύρης σημαίας στους αναρχικούς κύκλους στις αρχές του 1880). Περίπου την εποχή όπου έγινε το ιδρυτικό της συνέδριο, σύμφωνα με τον Μάρτιν Α. Μίλλερ («Κροπότκιν», σελ 147), ο Κροπότκιν διατύπωνε την άποψη, ότι η οργάνωση αυτή θα ήταν μια Διεθνής των Απεργών (Internationale Greviste) – θα ήταν «μια οργάνωση αντίστασης, απεργιών».  Τον Δεκέμβριο του 1881, συζήτησε την αναγέννηση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών ως Διεθνή των Απεργών καθώς «για να μπορεί να πραγματοποιηθεί η επανάσταση, θα πρέπει οι εργάτες να οργανωθούν από μόνοι τους. Η αντίσταση και οι απεργίες είναι εξαιρετικές μέθοδοι οργάνωσης για να επιτευχθεί αυτό». Σύμφωνα με την Καρολίν Καμ, «Ο Κροπότκιν και η Άνοδος του Επαναστατικού Αναρχισμού, 1872-1886», σελ 255 και σελ. 256), Έδινε έμφαση στο ότι «η απεργία καλλιεργεί το αίσθημα αλληλεγγύης» και θεωρούσε ότι η έΑ΄ Διεθνής «είχε γεννηθεί μέσα από απεργίες, ήταν κυρίως μια οργάνωση απεργών». Μια «Διεθνής των Απεργών» χρειάζονταν και Σημαία, και ίσως έτσι πήρε το όνομά της η Μαύρη Διεθνής.

Ενώ η ιδέα της «Διεθνούς των Απεργών», ήταν, όπως άλλωστε και η ίδια η Μαύρη Διεθνής, κάπως καταδικασμένη εξ’ αρχής, οι αναρχικοί ενθάρρυναν και υποστήριζαν τις απεργίες στη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Μοιάζει πιθανό, αν και όχι τελείως αποδεδειγμένο, ότι η Μαύρη Διεθνής και η χρήση της μαύρης σημαίας έγιναν, κατά ένα μέρος, εξαιτίας των ιδεών και των άρθρων του Κροπότκιν. Αυτό, βέβαια, ταιριάζει απόλυτα με τη χρήση της μαύρης σημαίας ως αναρχικό σύμβολο της αντίστασης των εργατών, όπου η αναρχία αποτελεί την έκφραση αυτής της αντίστασης.

Όμως υπάρχουν και άλλα ενδεχόμενα.

Το μαύρο χρώμα είναι ένα ιδιαιτέρως ισχυρό χρώμα, ή αντί-χρώμα. Η δεκαετία του 1880 ήταν μια περίοδος ιδιαίτερης έξαρσης της αναρχικής δράσης. Η Μαύρη Διεθνής είδε την εισαγωγή τής «προπαγάνδας μέσω της δράσης» σαν μια αναρχική ιδεολογική βάση.

Ιστορικά, το μαύρο χρώμα είχε συνδεθεί με το αίμα –και ειδικά το ξεραμένο αίμα–, όπως η κόκκινη σημαία (όπως το έθεσε η Λουίζ Μισέλ, το 1871, «Η Λυών, η Μασαλλία, η Ναρμπόν, όλες είχαν τις δικές τους Κομμούνες, σαν τη δική μας (στο Παρίσι), και αυτές πνίγηκαν στο αίμα των εξεγερμένων. Γι’ αυτό οι σημαίες μας είναι κόκκινες. Γιατί οι σημαίες μας προκαλούν τόσο πολύ φόβο σε όσους προκάλεσαν αυτό το βούτηγμά τους στο αίμα;» (Λουίζ Μισέλ, σελ. 65). Ενώ λοιπόν συνδέεται με την εξέγερση των εργατών, ήταν ταυτόχρονα και σύμβολο του μηδενισμού της εποχής (ενός μηδενισμού τον οποίο προκάλεσε η μαζική σφαγή των Κομμουνάρων από την γαλλική άρχουσα τάξη μετά την πτώση της Παρισινής Κομμούνας του 1871).

Η σφαγή αυτή των Κομμουνάρων ίσως ευθύνεται για τη χρήση της μαύρης σημαίας από τους αναρχικούς. Το μαύρο χρώμα «είναι το χρώμα του πένθους (τουλάχιστον στον Δυτικό πολιτισμό), συμβολίζει το πένθος μας για τους δολοφονημένους συντρόφους μας, που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο, στο πεδίο μάχης (μεταξύ κρατών) ή στους δρόμους και στις συγκρούσεις (μεταξύ των τάξεων)». (Τσίκο, «επιστολές», Ελευθερία, τόμος 48, αριθ., 12, σελ. 10) Δεδομένου ότι υπήρχαν 30.000 νεκροί στην Κομμούνα, πολλοί εκ των οποίων ήταν αναρχικοί και ελευθεριακοί σοσιαλιστές, η χρήση της μαύρης σημαίας έπειτα απ’ το γεγονός αυτό θα έμοιαζε λογική.

Ο Σαντίνο, ο Νικαραγουανός ελευθεριακός σοσιαλιστής είπε επίσης, ότι το μαύρο συμβολίζει το πένθος «Κόκκινο για την ελευθερία, μαύρο για το πένθος, νεκροκεφαλή για τον αγώνα μέχρι τελικής πτώσης». (Ντόναλντ Σ. Χόντζες, «Ο Κομμουνισμός του Σαντίνο», σελ. 24)

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 4, Ιούνιος 2οο2
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.